Το «φάντασμα» των νερών φοβάται το ΥΠΕΝ – Τα σενάρια και οι κόκκινες γραμμές για την επόμενη ημέρα μετά το διαφαινόμενο ναυάγιο της αποεπένδυσης

0
394

Τη λύση της επόμενης ημέρας αναζητά το ΥΠΕΝ στην υπόθεση λιγνίτες, καθώς όλα δείχνουν ότι δύσκολα θα τελεσφορήσει ο διαγωνισμός, με όλες τις ενδείξεις να συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η απόσταση που χωρίζει τη προσφορά της Μυτιληναίος με την αποτίμηση, είναι τουλάχιστον υποπενταπλάσια.

Σε αυτή τη λογική, το βασικό σενάριο αφορά στην επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού για τις ίδιες λιγνιτικές μονάδες, εφόσον ο τωρινός κηρυχθεί άγονος, με βελτιωμένους όρους, παρόμοιους με εκείνους που είχαν θέσει οι επενδυτές, που είτε κατέθεσαν προσφορά υπό αίρεση, όπως η κοινοπραξία Sev.en Energy-ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ, είτε δεν προσήλθαν καθόλου στην τελική φάση, δηλαδή το σχήμα Κοπελούζος- CHN Energy.

Ένα πράγμα δεν φαίνεται να συζητά το ΥΠΕΝ, την παραχώρηση και υδροηλεκτρικών. Είναι ζήτημα που αποτελεί κόκκινη γραμμή για την ελληνική πλευρά, με πηγές μάλιστα του περιβάλλοντος Σταθάκη να εξηγούν «πως εφόσον μας τεθεί παρόμοιο θέμα, τότε ο υπουργός έχει διαμηνύσει πως θα παραιτηθεί».

Το ερώτημα βέβαια είναι αν πράγματι υπάρχει περίπτωση να ανοίξει από τις Βρυξέλλες ζήτημα υδροηλεκτρικών ή αν απλώς το θέμα διακινείται χωρίς πραγματική βάση, κάτι που δεν θα αργήσουμε να μάθουμε. Ετερο πάντως ερώτημα που συνδέεται με το προηγούμενο, είναι κατά πόσο η κυβέρνηση θα λάβει υπόψιν της ή θα αγνοήσει, το σαφές μήνυμα που της έστειλε η αγορά για το χαμηλό ενδιαφέρον ως προς τους λιγνίτες της ΔΕΗ.

Σε κάθε περίπτωση το σίγουρο είναι πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ελληνική πλευρά θα ήταν να δουν η Κομισιόν και οι θεσμοί, ως «πακέτο» το ναυάγιο του διαγωνισμού για τους λιγνίτες με το αργό άνοιγμα της αγοράς λιανικής στο ρεύμα, και να ζητήσουν μια κοινή λύση και στα δύο θέματα.

Λύση «πακέτο»

Στο πρώτο θέμα, του λιγνίτη, είναι προφανές ότι δεν εκπληρώνεται η υποχρέωση της χώρας έναντι της Κομισιόν, ακόμη και αν η Μυτιληναίος καταθέσει σήμερα βελτιωμένη προσφορά για τη μονάδα της Μελίτης. Το γεγονός ότι παρέμειναν στα αζήτητα οι δύο μονάδες της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη, σημαίνει ότι απέτυχε ο στόχος του διαγωνισμού να μειωθεί κατά 35,6% το μερίδιο της επιχείρησης στην αγορά λιγνίτη, με βάση τη συμφωνία Αθήνας- Βρυξελλών, που συντάχθηκε κατ’ εφαρμογή της απόφασης του Ευρωδικαστηρίου.

Στο δεύτερο θεμα, επίσης είναι προφανής η απόκλιση από την μνημονιακή υποχρέωση για μείωση του μεριδίου λιανικής της ΔΕΗ στο 50% ως το 2020. Τα στοιχεία του Χρηματιστηρίου Ενέργειας για το Δεκέμβριο έδειξαν αύξηση του μεριδίου της ΔΕΗ στο 80,29% από 78,63% ένα μήνα. Σύμφωνα ωστόσο με τους μνημονιακούς στόχους στο τέλος του 2018 το μερίδιο της ΔΕΗ θα έπρεπε να είχε υποχωρήσει στο 62,24% και στο τέλος του 2019 να φτάσει στο 49,24%.

Σε αυτη λοιπόν τη λογική, κατά τη πρόσφατη επίσκεψή τους στην Αθήνα, οι θεσμοί είχαν δείξει ενδιαφέρον τόσο για την τύχη του διαγωνισμού της ΔΕΗ, όσο και για το άνοιγμα της αγοράς λιανικής στο ρεύμα, που επίσης καρκινοβατεί, και βρίσκεται εκτός των συμφωνηθέντων μνημονιακών στόχων.

Τι χρεώνουν στη διοίκηση Παναγιωτάκη

Στο πολύ κακό για την ελληνική πλευρά σενάριο, και εφόσον η Κομισιόν ψάχνει όντως αφορμή για να βάλει στο τραπέζι τα υδροηλεκτρικά, θα μπορούσε, όπως λένε κάποιοι, να χρησιμοποιηθεί, η έρευνα που διεξάγει η DG Comp σχετικά με τη διαχείριση των υδροηλεκτρικών αποθεμάτων και μονάδων της ΔΕΗ. Είναι η έρευνα που εκκρεμεί, μετά και την «έφοδο» που είχαν κάνει το 2017, απροειδοποίητα στελέχη της  DG Comp, στα γραφεία της δημόσιας επιχείρησης ηλεκτρισμού και του ΑΔΜΗΕ.

Στο ΥΠΕΝ θεωρούν ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί, ακόμη όμως και σε μια τέτοια περίπτωση, βάζουν τις δικές τους κόκκινες γραμμές. Σύμφωνα με τη πλευρά του υπ. Ενέργειας, το επικρατέστερο σενάριο, αφορά την επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού για τις ίδιες μονάδες, και με βελτιωμένους όρους, πιθανώς ωστόσο από άλλο φορέα, και όχι τη ΔΕΗ, στη διοίκηση της οποίας χρεώνεται ότι υπονόμευσε με τη στάση και τις πράξεις της της διαδικασία.

Βέβαια το ερώτημα, στο οποίο πραγματική απάντηση δεν υπάρχει, είναι για ποιο λόγο να ικανοποιηθούν τα αιτήματα των επενδυτών σε ένα νέο, επαναληπτικό διαγωνισμό, όταν δεν ικανοποιήθηκαν στον τωρινό. Οπως επίσης, πως θα βρεθεί τρόπος να διεξάγει το νέο διαγωνισμό, άλλος φορέας και όχι η ΔΕΗ, όταν οι προς πώληση μονάδες, ανήκουν στη τελευταία, και όχι για παράδειγμα στο ΤΑΙΠΕΔ.

Οι καλύτερες

Ενα πάντως ενδιαφέρον συμπέρασμα από τη τωρινή διαδικασία είναι το μήνυμα της αγοράς ότι το ενδιαφέρον για το λιγνίτη είναι εξαιρετικά χαμηλό, και αυτό παρ΄ότι οι προς πώληση μονάδες ήταν ό,τι καλύτερο διέθετε η ΔΕΗ. Σε αυτό το σημείο θυμίζουμε τη σχετική ανακοίνωση της Κομισιόν, τον Απρίλιο του 2018, σύμφωνα με την οποία «…οι μονάδες Μεγαλόπολη 3 και Μεγαλόπολη 4 έχουν τα χαμηλότερα μέσα μεταβλητά κόστη λιγνιτικής ηλεκτροπαραγωγής του στόλου της ΔΕΗ και, ως εκ τούτου, συγκαταλέγονται στις πιο ανταγωνιστικές μονάδες στην ελληνική χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας». Οσο για τη λιγνιτική μονάδα Μελίτη 1 «…προγραμματίστηκε το 2003 και είναι μία από τις πλέον σύγχρονες λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ. Έχει το χαμηλότερο μέσο μεταβλητό κόστος λιγνιτικής ηλεκτροπαραγωγής του στόλου της ΔΕΗ και, ως εκ τούτου, συγκαταλέγεται στις πιο ανταγωνιστικές μονάδες στην ελληνική χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας…».

Γιώργος Φιντικάκης από το energypress.gr

Facebook Comments

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here