Προς Έλληνα πολίτη – “Ποιος σε ξέρει ρε Μαλάκα;”

0
255

To Καφενείο της Μεγαλόπολης δεν θα σας δημοσιεύσει σήμερα ούτε βίντεο με δηλώσεις, ούτε τα κείμενα της συμφωνίας , τίποτα.

Αυτά μπορείτε να τα βρείτε σε όλες τις σελίδες.

Ζήσαμε πολλά περίεργα και δύσκολα πράγματα το τελευταίο διάστημα και η κατάληξη γνωστή σε όλους.

Θέλω σήμερα να σας αναρτήσω μόνο ένα μικρό αφιέρωμα – λίγες γραμμές κειμένου – σε όλους όσους νιώθουν απογοητευμένοι και προδομένοι.

Σε όσους νιώθουν ότι δεν υπήρχε άλλη λύση αλλά και σε όσους νομίζουν ότι υπήρχε. Σε όλους εμάς που πάλι θα ματώσουμε.

Λίγες απλές κουβέντες από ένα βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου, ενός συγγραφέα, αντιστασιακού, αγωνιστή της Aριστεράς που γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930. Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 82 ετών. Το 1947 συνελήφθη, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε τον θάνατο χάρη σ’ ένα τυχαίο γεγονός.
Έκτοτε, μέχρι και τον Αύγουστο του 1973 (αμνηστία του Παπαδόπουλου) πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, ως πολιτικός κρατούμενος (Μακρόνησος, Άη- Στράτης, φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού, κ.ά.). Εκεί έμαθε ανάγνωση και γραφή.

Δεν έγινα ξαφνικά αριστερός, μόλις πρόσφατα και εγώ αντιλήφθηκα ότι δεν είμαι ούτε και δεξιός σαν και αυτούς που έχουμε στην Ελλάδα.

Γράφει λοιπόν ο συγγραφέας ….

“Θυμάμαι πόσο βαθιά πληγώθηκα όταν ύστερα από κάποιους μήνες στην ασφάλεια, με πετάξανε σ’ ένα τζιπ, δεμένο με χειροπέδες παρόλο που δεν μπορούσα να σταθώ όρθιος, περπάταγα με τα τέσσερα, με φορτώνουν, που λες, σ’ ένα τζιπ για το Γεντί Κουλέ. Ήξερα ότι πάω για θάνατο , μου το ‘χαν πει σ’ όλους τους τόνους στην ασφάλεια. Ήταν Σάββατο απόγευμα, καλοκαίρι.
Θα ‘χε μπει για τα καλά ο Ιούλιος. Περνάγαμε απ’ το Βαρδάρι, είχαν σκολάσει τα μαγαζιά, ο κόσμος μυρμήγκιαζε στους δρόμους, φορτωμένος ψώνια. Ακούμπησα τα χέρια μου με τις χειροπέδες στο παραπέτο του τζιπ, μια ματιά, μια ματιά…
Ο ένας από τους χαφιέδες με κατάλαβε. «Βλέπεις ρε μαλάκα; Ποιος νοιάζεται για σένα;
Λες ότι πας να πεθάνεις γι’ αυτούς, ποιος σε ξέρει;
Τους βλέπεις; Κάνουν τα ψώνια τους, θα πάνε σπίτι τους, αύριο στα βαποράκια, Περαία, Μπαξέ, Αρετσού, θάλασσα, παιχνίδι, κορίτσια, ποιος νοιάζεται για σένα, μαλάκα;
Πας για εκτέλεση, κι είσαι μονάχα δεκάξι χρονών…»”

Χρόνης Μίσσιος,
από το Βιβλίο «καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς»

[blockquote style=”1″]Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μην με αλλάξει αυτό. Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη[/blockquote]

Στο προσωπικό του ιστολόγιο σχολιάζει σχετικά ο συγγραφέας….

«Ξέρω πια τι σημαίνει πολιτική. Δεν γίνεται. Κατ’ αρχήν στην Ελλάδα δεν έχουμε το στοιχειώδες. Δεν έχουμε έναν στοιχειώδη πολιτικό πολιτισμό, γιατί αυτά τα καθίκια δεν μπορούν να τα βρουν μεταξύ τους. Η πατρίδα κινδυνεύει, η πατρίδα βουλιάζει, και πολεμάν σαν κατίνες ο ένας τον άλλον, εσύ έκανες εκείνο στο αυτό κι εσύ έκανες το άλλο. Δεν έχουν την παλικαριά, την εντιμότητα να κάτσουν σε ένα τραπέζι και να αφήσουν τις κατινιές στην άκρη και να κουβεντιάσουν. Είναι τυχαίο; Μα ένας δεν αυτοκτόνησε απ’ αυτούς εδώ τριανταπέντε χρόνια; Ένας δεν ζήτησε συγγνώμη, ένας δεν παραιτήθηκε;»

«Όταν σταμάτησα να είμαι επαγγελματίας επαναστάτης, είπα να γίνω κι εγώ μέλος αυτής της κοινωνίας. Να αντιληφθώ τι γίνεται και τι είναι αυτό που θέλω να ανατρέψω. Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μην με αλλάξει αυτό. Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα. Η ζωή είναι ένας δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε «άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα». Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.»

missioschronis
Χρόνης Μίσσιος

 

Facebook Comments

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here