Τω καιρώ εκείνω, γνώρισα τον αιδεσιμόλογιώτατον πατέρα Θεόδωρον Γκουμάση, εν Ριζαρείω τη Σχολή, επί ημερών του πανοσιολογιωτάτου πατρός Νεκταρίου Κοτζιά, αενάως νουθετούντος και προτρέποντος : «Γεύσασθε και ίδετε, ότι Χριστός ο Κύριος».
Έκτοτε παρήλθαν τα χρόνια φύκια ή όστρακα.

Ο πατήρ Θεόδωρος
Αενάως νουθετών και προτρέπων στην μικρή του κοινωνία, λόγω και έργω, ως ιερεύς και διδάσκαλος. Ως ιερεύς – πλουσιωτάτου ποιμενικού και ποιμαντορικού έργου- δίκαιος και ίσος σε όλες του τες πράξεις, ουδέποτε ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού. Και ως διδάσκαλος, ανήκει στην χορεία εκείνων των διδασκάλων που ακάματοι εργάτες της Εμμαούς, σμιλεύουν το πνεύμα και λαξεύουν την ψυχή.
Δι’ο και ευχαριστούμεν αυτόν, περί πάντων, ων ίσμεν και ων ουκ ίσμεν.

Η Ελένη
Ηυδόκησα σύντομων συνεντεύξεων μαζί της, αλλά πολλών.
Υπεραξία πρεσβυτέρα. Ευγενής και ευσεβής, ρομαντική και αντικειμενική, αλτρουίστρια και ανιδιοτελής, ονειροπόλος και ονειρική, θεραπεύουσα τα ασθενή και τα ελλείποντα αναπληρούσα, γνωρίζουσα μόνον το δούναι και αγνοούσα το λαβείν, ενδοστρεφής τω πνεύματι και εξωστρεφής τη ζωγραφική της, πολυπράγμων και πολυσχιδής. Και πάντα, εκ δεξιών του ιερέως συζύγου της.
Ελεημοσύνη, έλεος, ελπίς, Ελένη.

Για σκεφτείτε:
Η Ταβιθά, η Μαγδαληνή, η Φιλοθέη, η Μαρία Κεφαλά, η Εμμέλεια, η Νόνα, η Ανθούσα, η Ελένη και άλλες, ων ουκ έστιν αριθμός.
Δόξα τω Θεώ. Η ισχυρότερη επιβεβαίωση έρχεται δια χειλέων αιρετικών, σχισματικών και πολέμιων. «Βαβαί, οίαι παρά χριστιανοίς γυναίκες εισίν»
Τάδε έφη Λιβάνιος, ο εθνικός παρακαλώ.

Δυστυχέστατα η Ελένη άφησε ημιτελή τον πολυτιμότερον και ωφελιμώτερον για όλους πίνακά της. Τον πίνακα της ζωής της. Δυστυχώς και ατυχώς.
Δοθείσης ευκαιρίας, ακούσαμε μαζί με τον πατέρα Θεόδωρο την «Ελεγεία» του Gabriel Faure, με την αδάμαστη φωνή της κυρίας Streisand. Νεκρικός θρήνος αβάσταχτης βαρύτητας, ως γραμμένος για εκείνη.
Και τότε, ες δάκρυα έπεσεν το θέατρον, εν τω μνησθήναι αυτόν της Σιών.
Παρά ταύτα ο φίλος μου, φίλτατος τοις πάσιν, ο παπά- Θόδωρος, από την ηλικία της γλαυκής θύμησης, συνεχίζει ακόμα να διαβάζει στην ειρήνη του κόλπου των νερών: Έχει ο Θεός…

Τ’ ακούς κύριε Ελύτη;
Τα παιδιά
Ο Θανάσης, η Αθανασία, ο Γιάννης.
Ενίοτε συνδαιτημόνες μου. Αυτά, εκ του περισσεύματος της καρδίας των και των χρωμάτων της ψυχικής των παλέτας, θα ολοκληρώσουν τον ημιτελή πίνακα της μητρός των. Εστέ βέβαιοι.
Η μάνα.
Είναι και εκείνη. Η κυρία Κωνσταντίνα. Χαροκαμμένη, σαν Μοίρα στο πέτρινο πεζούλι της αυλής της – Σάββατο και απόγευμα με τις σκιές να μακραίνουν – να με ρωτά αν είδα την Ελένη και αν θα ‘λθει η Ελένη…

– Ελένη,
Στον άλλο κόσμο που θα πας
κοίτα μη γίνεις σύννεφο
κι άστρο πικρό της χαραυγής.
Και σε γνωρίσει η μάνα σου,
που καρτερεί στην πόρτα.
Μνησθήναι…

Γιάννης Σάρκας
Για το 9μηνο μνημόσυνό της

Facebook Comments

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Παρακαλώ αφήστε το σχόλιο σας
Please enter your name here