Η διοίκηση της ΔΕΗ, η οποία επί τρία χρόνια παρακολουθεί μακαρίως την απαξίωση της Επιχείρησης εξαιτίας των επιλογών της κυβέρνησης, κατηγορεί την «Καθημερινή» επειδή δεν επιλέγει την ανεύθυνη σιωπή. Η «Καθημερινή» αποκάλυψε την Κυριακή το business plan που εκπόνησε για λογαριασμό της διοίκησης η McKinsey. Η εταιρεία συμβούλων διαπιστώνει πως η ΔΕΗ δεν είναι βιώσιμη επιχείρηση και προτείνει συγκεκριμένα πράγματα για να γίνει. Κατά τη διοίκηση της ΔΕΗ, το δημοσίευμα δεν αποκάλυψε κάτι καινούργιο. Προφανώς, για τους ίδιους τους διοικούντες, η κατάσταση της Επιχείρησης, όπως προκύπτει από τη μελέτη της McKinsey, είναι γνωστή σε κάθε λεπτομέρεια, δεδομένου ότι αυτή η κατάσταση είναι και δικό τους δημιούργημα.

Προφανώς, επίσης, η κατάσταση της Επιχείρησης είναι γνωστή και στις τράπεζες, οι οποίες ζητούν πρόσθετες εξασφαλίσεις για να αναχρηματοδοτήσουν ένα μεγάλο δάνειο, ύψους 1,3 δισ. ευρώ, που λήγει φέτος και το ομόλογο που λήγει τον επόμενο χρόνο.

Για τους αναγνώστες, ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν είναι γνωστά. Και η «Καθημερινή» απευθύνεται, αξιολογείται από και απολογείται στους αναγνώστες της. Ούτε σε σκοπιμότητες της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας ούτε –πολύ περισσότερο– σε υποτιμητική κερδοσκοπία συμμετέχει, όπως την κατηγορεί η διοίκηση της ΔΕΗ, κι από κοντά το υπουργείο Ενέργειας, χύνοντας κροκοδείλια δάκρυα για τους μικρομετόχους.

Αν η διοίκηση της ΔΕΗ ενδιαφερόταν πραγματικά για τους μικρομετόχους –μέχρι τώρα δείχνει να την απασχολεί αποκλειστικά μόνο ο μεγαλομέτοχος, δηλαδή η κυβέρνηση που τη διόρισε–, θα έπαιρνε εδώ και καιρό μέτρα για να βελτιώσει πραγματικά τα οικονομικά μεγέθη της Επιχείρησης κι όχι με τρικ, όπως η μεγάλη μείωση των προβλέψεων για ανεξόφλητους λογαριασμούς.

Στην ίδια λογική κινήθηκε και ο υπουργός Ενέργειας, ο οποίος κατηγόρησε την «Καθημερινή» ότι έχει αναλάβει εργολαβικά την εκχώρηση της ΔΕΗ σε ιδιώτες. Ξεχνάει, μάλλον, πως είναι αυτός που συμφώνησε με τους θεσμούς την πώληση των λιγνιτικών μονάδων με μια αποικιοκρατική διαδικασία, στην οποία τόσο το Δημόσιο όσο και η εταιρεία δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο και έλεγχο. Ξεχνάει πως οι ρυθμίσεις του υπουργείου Ενέργειας για τις δημοπρασίες ισχύος και τον μηδενισμό του ελλείμματος ΑΠΕ κόστισαν στη ΔΕΗ, μόνο το 2017, 417 εκατ. ευρώ. Αυτό αναφέρει η ίδια η διοίκηση της εταιρείας στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της περυσινής χρήσης.

Η «Κ» και οι συντάκτες της θα συνεχίσουν να παρακολουθούν και να καταγράφουν τις εξελίξεις στη ΔΕΗ, με την εγκυρότητα και τη νηφαλιότητα που τους διακρίνει, επειδή ακριβώς θεωρούν και αντιμετωπίζουν την εταιρεία ως εθνικό κεφάλαιο, ως τον ακρογωνιαίο λίθο του ηλεκτρικού συστήματος της χώρας, τη βασικότερη συνιστώσα της αγοράς ενέργειας. Οχι ως πεδίο άσκησης των πάσης φύσεως οικονομικών συμφερόντων, ιδεολογικών εμμονών, πελατειακών εξυπηρετήσεων.

ΥΓ.: H επίθεση της διοίκησης της ΔΕΗ στην «Κ» θα μπορούσε να είναι σοβαρή υπόθεση, υπό την έννοια ότι αυτό που επιδιώκει είναι να μη γράφονται, να μην αποκαλύπτονται στοιχεία, προκειμένου να συνεχίσει αμέριμνα την απαξίωση της εταιρείας. Με την ελπίδα ότι θα προλάβει να την παραδώσει στους επόμενους πριν τους σκάσει στα χέρια. Ευτυχώς όμως η επίθεση εκδηλώνεται από μια διοίκηση η οποία ενώ γνωρίζει εδώ κι ένα χρόνο ότι τα ΕΛΤΑ παρακρατούν τα χρήματα των πελατών της, εξακολουθεί να τους αντιμετωπίζει ως οφειλέτες και να τους ταλαιπωρεί. Θα μπορούσε να κάνει το στοιχειώδες: να προστατεύσει τους πελάτες της καλώντας τους έγκαιρα να σταματήσουν να πληρώνουν μέσω των ΕΛΤΑ και να ζητήσει από την «αδελφή» ΔΕΚΟ τη λίστα όσων έχουν ήδη πληρώσει για να τους διαγράψει από τη δική της λίστα των οφειλετών. Τι έκανε; Απολύτως τίποτα, μέχρις ότου η «Κ» ανέδειξε το πρόβλημα. Συνεπώς η επίθεση κατά της «Κ» δεν είναι σοβαρή, είναι απλώς χυδαία και άθλια.

από την Καθημερινή

Facebook Comments

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Παρακαλώ αφήστε το σχόλιο σας
Please enter your name here