Το τάμα του Έθνους στη Μεγαλοπολίτιδα. Η ιστορία της Αγίας Μονής Μερζέ και η αρχιτεκτονική της εξέλιξη στο πέρασμα των αιώνων.

0
399

Η ομιλία του κ. Γεώργιου Πραχαλιά , κατά την διάρκεια της ημερίδας για τη  ανάδειξη της μονής του Κολοκοτρώνη στην Εκκλησούλα.

Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως, Κύριε Αντιπεριφερειάρχα της Αρκαδίας, κύριε Δήμαρχε της Μεγαλόπολης, κύριε πρόεδρε του Συλλόγου, εκλεκτοί προσκεκλημένοι, αγαπητοί πατριώτες,

Είναι μεγάλη τιμή αλλά και ευθύνη να μιλά κανείς για την ιστορία της Αγίας Μονής Μερζέ. Μιας Μονής, που έχει ταυτιστεί στη συνείδηση του λαού με το τάμα που έκανε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης το 1803 για την απελευθέρωση του Γένους από τους Τούρκους. Η ιστορία όμως της Αγίας Μονής είναι βαθύτερη και, όπως θα δούμε εν συντομία, η αρχιτεκτονική της εξέλιξη στο πέρασμα των αιώνων έχει ενσωματώσει όλα τα στάδια της ιστορίας του Ελληνισμού από την αρχαιότητα έως σήμερα. Για ένα τόσο σημαντικό αλλά και εξειδικευμένο θέμα, δεν θα μπορούσα παρά να ανατρέξω στο επιστημονικό έργο δύο διακεκριμένων επιστημόνων και ιστορικών ερευνητών που έχουν ασχοληθεί επισταμένως με την Αγία Μονή, του Σπύρου Δημητρακόπουλου ως Νομικού και του Αργύρη Πετρονώτη ως καθηγητή Αρχιτέκτονικής. Ειδικά ο μαίστωρ Πετρονώτης, έχει συντάξει εκτεταμένη μελέτη για την αρχιτεκτονική εξέλιξη της Μονής, την ιστορική εισαγωγή της οποίας έχει συγγράψει ο Σπύρος Δημητρακόπουλος. Θέλω λοιπόν να ευχαριστήσω από καρδιάς τους δύο συγγραφείς, οι οποίοι μου εμπιστεύθηκαν πολύτιμα στοιχεία της μελέτης, πριν αυτή δημοσιευθεί.

Η Αγία Μονή πήρε το προσδιοριστικό της επίθετο «Μερζέ» από το εγκαταλελειμμένο σήμερα χωριό Μερζέ, που μετονομάστηκε το 1927 σε Εκκλησούλα. Μετά τους σεισμούς των ετών 1965-66 ανοικοδομήθηκε σε γειτονική θέση, η οποία το έτος 1984 μετονομάστηκε σε Νέα Εκκλησούλα.

Το σημερινό κτιριακό συγκρότημα της Αγίας Μονής διαμορφώθηκε σταδιακά στο πέρασμα του χρόνου. Οι διαδοχικές του φάσεις φαίνονται στην κάτοψη του ισογείου που σχεδίασε ο Πετρονώτης. Η αναλυτική παρουσίαση της αρχιτεκτονικής μελέτης του Πετρονώτη παρέλκει. Θα συγκρατήσουμε μόνο ότι βασικό στοιχείο των διαφόρων αρχιτεκτονικών φάσεων του συγκροτήματος είναι η σταδιακή κατάργηση της υπαίθριας εσωτερικής αυλής που υπήρχε μετά την είσοδο στο νότιο τμήμα του ναού. Για να κατανοήσουμε όμως την αρχιτεκτονική εξέλιξη της Μονής, θα πρέπει να ανατρέξουμε στη μακραίωνη και πολυτάραχη ιστορία της, η οποία ταυτίζεται με την ιστορία της Αρκαδίας.

Η περιοχή γύρω από την Αγία Μονή είναι ένας σημαντικός αρχαιολογικός χώρος. Σε μια δοκιμαστική ανασκαφή που έγινε το 1961, αποκαλύφθηκαν σε τρία σημεία τεκμήρια κατοίκησης από τον 7ο αιώνα π.χ. έως τα νεώτερα χρόνια. Στη θέση «Πηγάδια» εντοπίστηκαν βυζαντινά ερείπια. Η θέση αυτή ήταν η αρχαία θέση «Σκιάς», απ’όπου διέρχονταν η αρχαία οδός προς τη Μεγάλην Πόλιν των Αρκάδων. Υπενθυμίζεται ότι στη Μεγάλη Πόλη, που ιδρύθηκε το 370 π.χ, είχε την έδρα του το περίφημο Κοινό των Αρκάδων με το Βουλευτήριο, το αρχαιότερο κοινοβούλιο στον κόσμο, καθώς και το αρχαίο θέατρο της Μεγαλόπολης, το «μέγιστο εν Ελλάδι θέατρον». Στη θέση «Ελιές» κοντά στον παλιό Μερζέ βρέθηκαν ρωμαϊκά κατάλοιπα.
Στη θέση «Σταυρός» μεταξύ Μερζέ και Βάγγου εντοπίστηκαν κατάλοιπα κτίσματος του τέλους 7ου αιώνα π.χ. Επίσης, κοντά στη μαρμάρινη αναθηματική στήλη ανατολικά της Μονής, υπάρχει υπόλειμμα θεμελίου τείχους, το οποίο ίσως να ήταν τμήμα του τείχους της εκτεταμένης Αγίας Μονής κατά τα βυζαντινά χρόνια.

Η πρώτη ιστορική ένδειξη για την Αγία Μονή εντοπίζεται σε χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Παλαιολόγου το έτος 1322. Στο χρυσόβουλο αυτό, η Αγία Μονή εμφανίζεται ως «μετόχιον εις τον κάμπον της Καρυταίνης» του μοναστηρίου της Νέας Μονής της Οδηγήτριας Βροντοχίου του Μυστρά, τιμώμενο επ’ονόματι της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η Αγία Μονή καταγράφεται στο αυτοκρατορικό χρυσόβουλο «μετά των παροίκων, των αμπελίων, των χωραφίων, των ελαιών και του μυλώνος αυτού». Στο συγκρότημα της Αγίας Μονής εντοπίζεται σήμερα ένα εντοιχισμένο γλυπτό, το οποίο μοιάζει με αντίστοιχα 4 γλυπτά που βρίσκονται στο βυζαντινό ναό του Αγίου Νικολάου στην Καρύταινα. Εάν συνδυάσουμε και τα βυζαντινά λείψανα οικισμού που εντοπίστηκαν το έτος 1961 στην περιοχή, τότε προκύπτουν βάσιμα στοιχεία για την τεκμηρίωση της Αγίας Μονής από την εποχή των Παλαιολόγων.

Η επόμενη αναφορά εντοπίζεται στην περίοδο της πρώτης Τουρκοκρατίας, όπου η Αγία Μονή καταγράφεται στο οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο Tapu Tahrir defterlari της περιόδου του Σουλτάνου Σελίμ Α’ (1512-1520), υπαγόμενη στην επαρχία Καρυταίνης. Καταγράφεται δε χαρακτηριστικά ως Ayomoni και είναι προφανές ότι προϋπήρχε της κατάκτησης, καθόσον είναι αδύνατον να ιδρύθηκε στα πρώτα αυτά πενήντα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Αντιστοίχως, στο οθωμανικό κατάστιχο Tapu Tahrir 560, που αφορά στην αμέσως επόμενη περίοδο, δηλαδή από το 1566 έως το 1574, δεν εντοπίζεται η Αγία Μονή, καθόσον πρέπει να είχε επέλθει ο χαλασμός της και να μην υπολογίζονταν πλέον ως φορολογική οντότητα. Ακολουθεί η περίοδος της Ενετοκρατίας, περίπου 120 χρόνια μετά, όπου η Αγία Μονή καταγράφεται ως κατεστραμμένη στην απογραφή Grimani των ετών 1696-1700.

Στην περίοδο της δεύτερης Τουρκοκρατίας, από το 1715 έως το 1821, η σημαντικότερη μαρτυρία που έχουμε είναι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Αφηγείται ο Γέρος στα απομνημονεύματά του: «Μια φορά επήγα εις το πανηγύρι της Αγίας Μονής. Αυτό το μοναστήρι ήταν μεγάλο και εχαλάσθη εις την πρώτη Τουρκιά. Όταν επέρασα, ήτον μια μάνδρα χαλασμένη και σκεπασμένη εκκλησιά με κλάδους δένδρων. Τότε έταξα ότι: Παναγιά μου, βοήθησέ μας να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα μας από τον Τύραννο και να σε φκιάσω καθώς ήσουν και πρώτα. Με εβοήθησε, και εις τον δεύτερον χρόνον της επαναστάσεώς μας επλήρωσα το τάμα μου και την έφκιασα».

Στην ιδιαίτερη και άκρως παραστατική αυτή αναφορά του Κολοκοτρώνη για την ημέρα που επισκέφθηκε το μοναστήρι, στις 15 Αυγούστου 1803, ανιχνεύουμε την έντονη συναισθηματική του φόρτιση όταν αναφέρεται στο περιστατικό, ενώ είναι και η πρώτη φορά που μιλά στα απομνημονεύματά του για απελευθέρωση της Πατρίδας. Είχε προηγηθεί η αποτρόπαιη σκηνή του δημόσιου αποκεφαλισμού του νεομάρτυρος Δημήτριου στην Τριπολιτσά μόλις 4 μήνες πριν, στις 14 Απριλίου 1803, και ο συγκλονισμένος Κολοκοτρώνης αισθάνεται ότι είναι έτοιμος πλέον για τη μεγάλη αποστολή του.
Στη σύντομη αυτή αφήγηση, ο πάντα ακριβολόγος Κολοκοτρώνης επιβεβαιώνει τα όσα τεκμηριώσαμε προηγουμένως: «Αυτό το μοναστήρι ήταν μεγάλο και εχαλάσθη εις την πρώτη Τουρκιά», επομένως υπήρχε η επίγνωση της αίγλης του βυζαντινού παρελθόντος της Μονής, καθώς και η καταστροφή της κατά την πρώτη τουρκοκρατία. Η υπερπολύτιμη πληροφορία όμως που μας δίνει ο Γέρος είναι ότι τον Αύγουστο του 1803, «ήτον μια μάνδρα χαλασμένη και σκεπασμένη εκκλησιά με κλάδους δένδρων». Αυτό ακριβώς τεκμηριώνει και ο Πετρονώτης στη μελέτη που έκανε και είδαμε στη διαφάνεια.

Ο Κολοκοτρώνης πραγματοποίησε το τάμα του το έτος 1823. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της ανοικοδόμησης ήταν η κατασκευή της ιδιαίτερης δυτικής όψης της Μονής, εκεί όπου στο θύρωμα της εισόδου βρίσκεται η μαρμάρινη πλάκα με τη σκαλισμένη επιγραφή «εόδωρος κοΛοκοτροΝις 1804». Είναι συγκινητικό ότι ως ημερομηνία ανοικοδόμησης δεν γράφτηκε το έτος πραγματοποίησης του τάματος, αλλά το έτος κατά το οποίο ο Κολοκοτρώνης έκανε το τάμα του. Η μικρή ανακρίβεια ανάμεσα στην αφήγηση του Κολοκοτρώνη για το έτος 1803 και το «1804» που αναγράφεται στην πλάκα, δεν μειώνει τη συμβολισμό της αναγραφής.

Μια απρόσμενη όμως και πολύτιμη αναφορά για αυτήν την ανοικοδόμηση της Αγίας Μονής από τον Κολοκοτρώνη, μας δίνει ο Γερμανός αρχαιολόγος Λούντβιχ Ρος. Ο Ρος, κατά τη διάρκεια των αρχαιολογικών του ανασκαφών στη Μεγαλόπολη το 1834, κατέγραψε μαρτυρίες των χωρικών της περιοχής, σύμφωνα με τις οποίες οι εργάτες που έκαναν την ανοικοδόμηση του 1823 πήραν ορισμένους λίθους από τον αρχαιολογικό χώρο της Μεγαλόπολης και τους χρησιμοποίησαν στην Αγία Μονή. Οι λίθοι αυτοί έχουν εντοπιστεί από τον Πετρονώτη στη χαρακτηριστική δυτική όψη της εκκλησίας. Από τη μορφολογία μάλιστα και τη δομή του θυρώματος, η οποία είναι πανομοιότυπη με όλες τις άλλες που έγιναν εκείνη την περίοδο στην Αρκαδία, ο Πετρονώτης συμπεραίνει ότι ο πρωτομάστορας της Αγίας Μονής ήταν Λαγκαδινός, με ευρύτερες συνθετικές ικανότητες.

Αργότερα, τον Ιούλιο του 1825, ο Ιμπραήμ κατέστρεψε και πυρπόλησε τη μόλις ανακαινισμένη μονή. Σε επιστολή του Γιαννάκη Γκρίτζαλη προς τον Κολοκοτρώνη αναφέρεται: «Σας ειδοποιούμεν, ότι ο εχθρός ήτο στρατοπεδευμένος εις Αγίαν Μονήν, την οποίαν και επυρπόλησεν και ότι οι Αράπιδες είναι διασκορπισμένοι εις όλον τον κάμπον Καρυταίνης, και καίουν και λεηλατούν αυτόν». Με δυσκολία κατόρθωσε ο Κολοκοτρώνης μια μερική δεύτερη αποκατάσταση της Μονής έως το 1829. Φρόντισε παράλληλα για τη λειτουργία της ως Μονή, καθώς και για το διορισμό τακτικού ιερέα.

Υπάρχει όμως άλλο ένα σημαντικό στάδιο της ζωής του Κολοκοτρώνη που συνδέεται με την Αγία Μονή. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και την έλευση της βαυαρικής αντιβασιλείας στην Ελλάδα, ο Κολοκοτρώνης επισκέφτηκε την Αγία Μονή στις 15 Αυγούστου 1833, όπως συνήθιζε κάθε Δεκαπενταύγουστο. Αφηγείται ο Γέρος: «Επήγα εις την Τριπολιτσά δια να περάσω ένα δύο μήνες, διότι εφοβήθηκα να μην αρρωστήσω από την κάψα εις το Ανάπλι. Επήγα εις την Τριπολιτσά, αποκεί επήγα εις ένα πανηγύρι της Αγίας Μονής, όπου επήγαινα κάθε χρόνο ότι είναι ιδιοκτησία μου».
Η επίσκεψή του αυτή στην Αγία Μονή, στα ενδότερα δηλαδή της Αρκαδίας, αποτέλεσε την αφορμή για να συντάξουν οι πολιτικοί του αντίπαλοι ψευδείς αναφορές προς την κυβέρνηση, ότι δήθεν οργανώνει στασιαστικό κίνημα σε βάρος του νεαρού βασιλιά Όθωνα. Το γεγονός αυτό οδήγησε στη σύλληψη, στην παραπομπή του στην πολύκροτη δίκη και την καταδίκη του σε θάνατο. Αυτή είναι άλλη μια πτυχή που εξηγεί τον ιδιαίτερο ψυχικό δεσμό που είχε ο Κολοκοτρώνης σε όλα τα στάδια της ζωή του με την Αγία Μονή.

Τον τραγικό αυτό δεκαπενταύγουστο του έτους 1833, η Αγία Μονή ήταν μετόχι της Ιεράς Μονής Προδρόμου της Στεμνίτσας και μόναζε σε αυτή μικρή μοναχική αδελφότητα, αποτελούμενη από τους Στεμνιτσιώτες ιερομόναχους Γαλακτίωνα Σινανιώτη ετών 55, Θεοδόσιο Μουρμόπουλο ετών 32, Δανιήλ Οικονομόπουλο ετών 20 και τον αγράμματο Ιερεμία, ετών 80. Σε αναφορά του ηγούμενου της Αγίας Μονής, ιερομόναχου Γαλακτίωνα προς τον έπαρχο Γορτύνης με ημερομηνία 27 Οκτωβρίου 1833, καταγράφονται πολύτιμες πληροφορίες για τη Μονή και την περιουσία της από το έτος 1798 έως το έτος 1833, ενώ πληροφορούμαστε ότι ο ηγούμενος της Αγίας Μονής «εδωρίζετο από τον κτίτορα αυτής» Θ. Κολοκοτρώνη. Από την απολύτως αξιόπιστη αυτή περιγραφή πληροφορούμαστε για την ύπαρξη τεσσάρων κελιών το 1798, από τα οποία τρία ήταν ισόγεια, μάλλον στο νότιο όριο του συγκροτήματος και ένα ανώγειο κελί, προφανώς το ανατολικό διώροφο. Επίσης φαίνεται ότι είχε διατηρηθεί η εσωτερική αυλή, ανάμεσα στην εκκλησία και τα κελιά. Το υπόλοιπο κτίσμα αναφέρεται ως «σεσαθρωμένον» και μάλλον ήταν κάποιες μάντρες, τις οποίες τεκμηριώνει και ο Κολοκοτρώνης που μιλά για μάντρα.

Το επόμενο έτος 1834 επεβλήθη το μέτρο της κατάργησης όσων μοναστηριών είχαν λιγότερους από 6 μοναχούς και ως εκ τούτου διαλύθηκε και η Αγία Μονή. Προβλέπονταν όμως ότι όσες ιδιωτικές μονές και ναοί επί των οποίων υπήρχαν εμπράγματα δικαιώματα κυριότητας, καθώς και τα κτήματά τους, παρέμεναν ανενόχλητα στον κτήτορα ή τους απογόνους του. Για να αποφευχθεί η διάλυση της Αγίας Μονής, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης που μόλις είχε αποφυλακιστεί από το Ανάπλι, αντέδρασε έντονα και διεκδίκησε ιδιοκτησιακό δικαίωμα επικαλούμενος πρωτογενή κτήση, ενώ ενδιαφέρθηκε εκ νέου για την επισκευή της Μονής. Ο Κολοκοτρώνης ζήτησε τη βοήθεια της Ιεράς Συνόδου με επιστολή του την 15η Αυγούστου 1835, προκειμένου να συνεχίσει να υπάρχει το μοναστήρι. Παραθέτουμε τη συγκινητική επιστολή του Κολοκοτρώνη:

[blockquote style=»1″]Προς την Σεβαστήν & Ιεράν Σύνοδον Του Βασιλείου της Ελλάδας Εις την πεδιάδα της Μεγαλουπόλεως ήτον ερείπιον εκκλησίας, επ’ονόματι της υπεραγίας Θεοτόκου τιμωμένης και Αγίας Μονής καλουμένης. Ο υποφαινόμενος κατά το 1823, ανήγειρεν αυτήν δι’ιδίων εξόδων εκ βάθρων, οικοδομήσας και μικρόν οικίσκον, και προς καθημερινή δοξολογίαν της Θεοτόκου διόρισα και τακτικόν Ιερέα, τον εις τα πέριξ χωρία ενορεύοντα. Κατά το 1825, ότε οι Άραβες εις την Πελοπόννησον εισέβαλον, όχι μόνον την εκκλησίαν έκαυσαν, αλλά τα πάντα κατέστρεψαν, ώστε ηναγκάσθην και αύθις να τα οικοδομήσω, προσθέσας και μικρόν, νεόφυτον εξ ιδίων μου αμπελώνα. Κατά το 1833, ότε δια διατάγματος Βασιλικού, και της Ιεράς ταύτης Συνόδου διελύθησαν πολλά Μοναστήρια, απεδίωξαν και τον παρ’εμού εις την ρηθείσαν εκκλησίαν, διορισθέντα Ιερέα. Όθεν επειδή και τα ρηθέντα οικοδομήθησαν δι’εξόδων μου, και ως εκ τούτου λογίζονται ιδιοκτησία μου, παρακαλώ την Σεβαστή και Ιεράν Σύνοδον να διατάξη όπου ανήκει, δια να εγκριθή ο παρ’εμού παρουσιασθησόμενος Ιερεύς, όστις τρεφόμενος εξ’ιδίων μου θέλει εύχεται εις Θεόν, και την υπεραγίαν Θεοτόκον υπέρ των ψυχών των τεθνηκότων Γονέων μου. Εύελπις εις την εκπλήρωσιν της δικαίας ταύτης αιτήσεώς μου, υποσημειούμαι ευσεβάστως Ο ευπειθέστατος Θ. Κολοκοτρώνης Την 15η Αυγούστου 1835 Εν Αθήναις.[/blockquote]

Οι προσπάθειές του όμως δεν ευοδώθηκαν. Σε έγγραφο της 27 Φεβρουαρίου 1836 του Υπουργείου Εκκλησιαστικών προς το Νομάρχη Αρκαδίας αναφέρεται: «Ο κύριος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν δύναται να έχη κανέν δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του ναού του διαλυθέντος μονυδρίου της Αγίας Μονής. Εάν όμως, χάριν ευλαβείας, θέλει ούτος να αναλάβη την φροντίδα του ναού…επιτρέπεται μεν τούτο εις αυτόν, αλλ’ η εκκλησία θέλει χρησιμεύει εις προσκύνησιν των συνερχομένων εις αυτήν εκάστοτε χριστιανών, καθώς εγίνετο τούτο μέχρι τούδε, τα δε αφιερώματα οία ήθελον γένη τυχόν εις την εκκλησίαν περιέρχονται αυτομάτως και χωρίς καμμίαν εκ μέους του εφημερίου απαίτησιν να χρησιμεύσουν εις τα προς διατήρησιν αυτής έξοδα».

Όμως μεταξύ του 1836 και του 1840 φαίνεται ότι είχε αποκατασταθεί η μοναστική κοινότητα στην Αγία Μονή, όπως προκύπτει από νεώτερη επιστολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη της 18ης Σεπτεμβρίου 1842 προς τον Κωσταντάκο Δημητρακόπουλο στην Αλωνίσταινα. Στην επιστολή αυτή ο Κολοκοτρώνης αναφέρει μεταξύ άλλων ότι είχε στείλει προ δύο ετών (δηλαδή το 1840) δέκα τάλληρα να παραδοθούν στους εκεί καλογέρους προς χρήσιν του Μοναστηρίου. Αλλά ήδη από νωρίτερα είχε ξοδέψει αρκετά χρήματα για εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης και για το λόγο αυτό οι καλόγεροι της Μονής τον τίμησαν με νέα κτητορική επιγραφή σε μαρμάρινη πλάκα που εντοίχισαν στο τύμπανο της εισόδου του Ναού όπου αναγράφεται

ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΟΥΤΟΣ Ο ΘΕΙΟΣ, ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ Η ΑΓΙΑ ΜΟΝΗ, ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΚΛΑΜΠΡΟΤΑΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΕΝ ΜΗΝΗ ΙΟΥΛΙΟΥ 10 1841

moni-kolokotroni-ekklisoyla (1)

Το έτος 1842 καθιερώθηκε ο χειρόγραφος κώδικας της Αγίας Μονής, ο οποίος φυλάσσεται σήμερα στη Βιβλιοθήκη της Δημητσάνας και σύμφωνα με τον αείμνηστο Γριτσόπουλο αποτελεί «λείψανον συγκινητικόν της ευλαβίας ολοκλήρου της οικογενείας του ελευθερωτού της Ελλάδας». Ο κτητορικός αυτός κώδικας περιλαμβάνει 11 χειρόγραφες σελίδες, χωρίς να περιλαμβάνει όμως κάποιες ιδιαίτερες πληροφορίες για την οικοδομική ή τη μοναστική ιστορία της Μονής. Από τα ελάχιστα χρονολογημένα στοιχεία του συμπεραίνουμε ότι το έτος 1882 η μοναστική κοινότητα έπαυσε να υπάρχει στην Αγία Μονή. Από το έτος 1882 έως το 1910 δεν έχουμε σαφή στοιχεία για την ιστορία του μοναστηριού, αλλά υποθέτουμε ότι προκλήθηκαν ζημιές από τους πέντε σεισμούς που έγιναν ανάμεσα στα έτη 1885 και 1903.
Το έτος 1910 έχουμε πλέον σαφή εικόνα έστω της δυτικής όψης του μοναστηριού από φωτογραφία που σώζεται.Το φθινόπωρο του έτους 1957 ελήφθη μια φωτογραφία της Μονής, η οποία δημοσιεύτηκε το 1976 με τον υπότιτλο «Η Αγία Μονή, καθώς εσώζετο προ ολίγων ετών». Η φωτογραφία αυτή δείχνει την κατάσταση της πριν τους σεισμούς του 1965-1966 και διαφέρει σημαντικά από τη σημερινή μορφή, καθώς εικονίζεται να υφίσταται μερικώς η μακρόστενη εσωτερική αυλή, η οποία βαθμιαία καλύφθηκε εντελώς. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι στο διάστημα 1910 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1970 πρέπει να διαμορφώθηκε το σημερινό διώροφο οικοδομικό συγκρότημα, το οποίο όμως εμφανίζει αρκετές ασυνέχειες με το προγενέστερο. Το κομβικό σημείο για την αλλοίωση της αρχικής μορφής του συγκροτήματος είναι χωρίς αμφιβολία η βαθμιαία κατάργηση της εσωτερικής υπαίθριας αυλής, η οποία σηματοδότησε και την αλλαγή λειτουργίας του συγκροτήματος.

Αγαπητοί φίλοι, η Αγία Μονή Μερζέ έχει ταυτιστεί στη συνείδηση του λαού με το τάμα του Κολοκοτρώνη για την απελευθέρωση του Γένους. Από την ανασκόπηση όμως της μακράς και πολυτάραχης ιστορίας της, διαπιστώνουμε ότι η αρχιτεκτονική της εξέλιξη στο πέρασμα των αιώνων έχει ενσωματώσει όλα τα στάδια του ελληνισμού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Για το λόγο αυτό, η Αγία Μονή Μερζέ αποτελεί μια αρχιτεκτονική αντανάκλαση της αδιάκοπης συνέχειας του Ελληνικού Γένους, εδώ στη Μεγαλοπολίτιδα και στην Αρκαδία. Απεικονίζει αρχιτεκτονικά την άποψη που διατύπωσε ο επίσης Αρκάς ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος για την αρραγή και αδιάκοπη συνέχεια του Ελληνικού Έθνους από αρχαιότητα έως σήμερα.

moni-kolokotroni-ekklisoyla (5)

Η Αγία Μονή ενσωματώνει στην είσοδό της τους αρχαίους λίθους του θεάτρου της Μεγάλης Πόλης των Αρκάδων, της πόλης που καθιέρωσε τον κοινοβουλευτισμό στον κόσμο, περνά στην εποχή του Βυζαντίου και των Παλαιολόγων, συνεχίζει στην πρώτη Τουρκοκρατία, στα χρόνια των Ενετών, στη δεύτερη τουρκοκρατία και φτάνει στην κορύφωση του δράματος κατά την εθνική παλιγγενεσία, όταν ο βασικός πρωταγωνιστής της, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ταυτίζεται μαζί της. Και έτσι, μοιραία, η Αγία Μονή Μερζέ ακολουθεί πιστά κάθε φάση της επανάστασης: η λαμπρή ανοικοδόμησή της έγινε κατά τα πρώτα νικηφόρα έτη της επανάστασης, ενώ η εκ νέου καταστροφή της έγινε τα χρόνια των εμφυλίων πολέμων που έφεραν τον Ιμπραήμ. Για να φτάσουμε στην περίοδο της επιβολής του ξένου παράγοντα στη χώρα, όπου η επίσκεψη του Κολοκοτρώνη στο μοναστήρι του και τις πατρογονικές ρίζες του Γένους, αποτέλεσε την αφορμή για την καταδίκη του σε θάνατο, ενώ η μη αναγνώριση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του Κολοκοτρώνη μετά την αποφυλάκισή του, συμβολίζει την απόλυτη αδικία που επιβλήθηκε στους πραγματικούς αγωνιστές της επανάστασης. Αλλά και μετέπειτα, η σταδιακή και άναρχη ανοικοδόμηση της Μονής, χωρίς αρχιτεκτονικό σχέδιο και κατασκευαστικό όραμα κάποιου πρωτομάστορα, απεικονίζει την ίδια άναρχη, τη χωρίς σχέδιο και όραμα πορεία του νεότερου Ελληνικού κράτους, η οποία δυστυχώς κατέληξε στη σημερινή κατάσταση.

Για το λόγο αυτό, θέλοντας να δώσω τη σκυτάλη στον επόμενο ομιλητή, προτείνω όπως η προσπάθεια ανάπλασης της Αγίας Μονής Μερζέ να λάβει υπόψη της ότι πρόκειται για ένα σύνθετο μνημείο, του οποίου η αρχιτεκτονική εξέλιξη αντανακλά όλα τα ιστορικά στάδια του Ελληνισμού.
Η ανάδειξή της θα πρέπει να εντάσσεται στην ανάδειξη ολόκληρου του αρχαιολογικού χώρου της ευρύτερης περιοχής του παλιού Μερζέ, όπου συμπυκνώνεται όχι μόνο η ιστορία της Αρκαδίας, αλλά ολόκληρης της Ελλάδας. Η αποκατάσταση της Αγίας Μονής θα πρέπει να ακολουθεί την ίδια φιλοσοφία με την τοιχογράφηση του παλαιού Δημαρχείου της πόλεως των Αθηνών το έτος 1936 από το Φώτη Κόντογλου, ο οποίος ως κεντρικό θέμα της ιστορίας του Ελληνικού Έθνους που απεικονίζεται στο δημαρχείο της πρωτεύουσας του Κράτους, τοποθέτησε τις διαδοχικές φάσεις της ιστορίας των Αρκάδων. Ίσως γιαυτό και τα άλλα δύο μοναστήρια που έχουν το όνομα της Αγίας Μονής, το ένα στα Κύθηρα και το άλλο στη Σαντορίνη, δηλώνουν και αυτά ότι είναι «Η Αγία Μονή του Κολοκοτρώνη». Ο μαίστωρ Πετρονώτης έχει διατυπώσει μια εξαιρετική πρόταση αρχιτεκτονικής αποκατάστασης που κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

Για όλους τους παραπάνω λόγους αγαπητοί φίλοι, θα τολμήσω να διατυπώσω την άποψη ότι η Αγία Μονή Μερζέ δεν πρέπει να προσεγγίζεται απλώς ως το τάμα του Κολοκοτρώνη, αλλά ως το διαχρονικό τάμα ολόκληρου του Έθνους, εδώ στη Μεγαλοπολίτιδα, στη γη της Αρκαδίας. Και αν κάποιος τη θεωρήσει άτεχνη και φτωχική για να μπορεί να αποτελεί το τάμα του Ελληνικού Έθνους, θα πρέπει να αναθεωρήσει και να σκεφτεί καλύτερα, γιατί και η φάτνη που γεννήθηκε ο Χριστός, άτεχνη και φτωχική ήταν!

prahalias

Γεώργιος Πραχαλιάς

 

Facebook Comments

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here