Σουλάρι: Το όμορφο ιστορικό χωριό της Αρκαδίας

0
846

Ορεινό μικρό χωριό της επαρχίας Μεγαλόπολης. Βρίσκεται μεταξύ Λεονταρίου και Βουτσαρά στον επαρχιακό δρόμο Λεονταρίου-Σπάρτης. Κοντά του το χωριό Φαλαισία και η Μονή Μπούρα.

Η περιοχή του Σουλαρίου βρίσκεται στον ευρύτερο χώρο της νότιας Μεγαλοπολίτιδας, απέχει 13 περίπου χιλιόμετρα από τη Μεγαλόπολη και σήμερα αποτελεί τοπική κοινότητα του ομώνυμου Καλλικρατικού Δήμου. Τα όριά του προς τα δυτικά/βορειοδυτικά, συναντώνται με τα όρια του Λεονταρίου, προς τα νότια με τα όρια της Φαλαισίας /Μπουριά και βορειοανατολικά με του Βουτσαρά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (έτους 1995), ο οικισμός βρίσκεται σε υψόμετρο 540 μέτρων, η περιοχή του χαρακτηρίζεται ημιορεινή και η επιφάνεια που περιλαμβάνεται στα γεωγραφικά όρια της εδαφικής κυριαρχίας της τοπικής κοινότητας ανέρχονται σε 9.550 στρέμματα (9,6 τετρ. χιλ.).

Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του πληθυσμού της χώρας που διεξάγει από την ΕΛΣΤΑΤ το 2011, η Τοπική Κοινότητα Σουλαρίου έχει 80 μόνιμους κατοίκους.


Γύρω από το όνομα του Σουλαρίου.

 Ξεκινώντας από τα δεδομένα αυτά και προσπαθώντας να ετυμολογήσουμε το όνομα του χωριού, παρατηρούμε ότι η λέξη Σουλάρι δεν έχει ελληνική ρίζα. Άλλωστε οικισμό με το ίδιο όνομα δεν συναντάμε σε άλλο μέρος της Ελλάδας. Τα παραπλήσια ονόματα των χωριών Σουλίνα στη Λακωνία, Σουληνάρι στη Μεσσηνία και Κορινθία και Σουλλάροι στην Κεφαλληνία, δεν φαίνεται να έχουν την ίδια ρίζα.

Βαθύτερη ετυμολογική έρευνα μας έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για λέξη με τούρκικη προέλευση. Πράγματι η λέξη σου (sυ) είναι τούρκικη και σημαίνει νερό. Η κατάληξη της ονομαστικής του πληθυντικού της ίδιας λέξης είναι λαρ (σου+λαρ = σουλάρ = νερά και εξελληνισμένα Σουλάρι).

Αυτή φαίνεται η επικρατέστερη εκδοχή για τον ιστορικό λόγο της ονομασίας του χωριού και γύρω από το θέμα αυτό δεν φαίνεται να υπάρχει αμφιβολία. Και η ντόπια παράδοση, άλλωστε, στο ίδιο συμπέρασμα μας οδηγεί. Όλοι οι παλαιότεροι μας πληροφορούν ότι, όπως είχαν ακούσει, το όνομα Σουλάρι σημαίνει «νερά ή πολλά νερά και το είχε δώσει ο Τούρκος…».

Το γιατί δόθηκε το όνομα αυτό στο χωριό είναι ευνόητο. Στα όρια του Σουλαρίου υπάγονταν ανέκαθεν οι πηγές του Κεφαλόβρυσου και της Κολοκύθας. Οι πλούσιες και άλλοτε, αστείρευτες αυτές πηγές αναφέρονται από την αρχαία εποχή και συνέβαλλαν ουσιαστικά στο σχηματισμό του ποταμού Θειούντα (σημερινής Κουτουφαρίνας) που ήταν ένας από τους κυριότερους παραπόταμους του Αλφειού. Οι γραφικές αυτές πηγές που στα παλαιότερα χρόνια ήταν πλουσιότερες, έχουν συνδεθεί στενά με τη ζωή του χωριού και του χάρισαν και το όνομά τους, έστω και στη γλώσσα του ξενόφερτου ανάδοχου. Μήπως ακόμη και οι τοποθεσίες μέσα και γύρω από το σημερινό χωριό δεν βρίθουν από φλέβες νερού, στις οποίες οφείλεται η πληθώρα των πηγαδιών με τα οποία οι κάτοικοι έλυναν το πρόβλημα της ύδρευσης μέχρι των ημερών μας;


Ιστορικά στοιχεία του Σουλαρίου

 Το πρώτο ιστορικό στοιχείο που εμφανίζει το Σουλάρι στο χρόνο, προέρχεται από τα κατάστιχα που βρίσκονται στο Πρωθυπουργικό  Οθωμανικό Αρχείο της Κωνσταντινούπολης, καθώς και στη Βιβλιοθήκη «Κύριλλος και Μεθόδιος» της Σόφιας. Τα στοιχεία αυτά αναφέρονται στα πρακτικά του Α΄ Παγκόσμιου Διαδικτυακού Παναρκαδικού Συνεδρίου που έγινε το 2006 και αποτελούν δύο εισηγήσεις που παρουσιάστηκαν από τον Τούρκο καθηγητή  της ιστορίας Λεβέντ Καγιάμπιναρ και αναφέρονται, η πρώτη στη «Δημογραφική Δομή της Δημητσάνας» και  η δεύτερη στη «Δημογραφική Δομή του Λιονταριού ή Καρύταινας…» Η μετάφραση από τα τούρκικα έγινε από τον καθηγητή Ηρακλή Μήλλα ο οποίος διδάσκει τούρκικη ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθήνας.  Από τα παραπάνω  Αρχεία προκύπτει ότι κατά την εποχή  του Σελίμ Α΄(1512-1520) η Καρύταινα. εμφανίζεται ως ένα μεγάλο ζεμαέτ (τιμάριο, φέουδο) που διαχειρίζεται ο Αχμέτ Μπέης στο οποίο υπάγονταν, πέραν από το κέντρο της Καρύταινας, και τα εξής χωριά, όπως τα παραθέτει ο μεταφραστής στα ελληνικά: Μουλάτσι, Παύλια, Σπηλίτσα, Άκοβος, Αϊτός, Λικούρες, Γαβριά, Μπουλιάρι, Κοντοβάζαινα, Λάβδα, Μούντριζα, Σουλάρι, Φανάρι, Λογγανίκος, Βαλτεσινίκο, Αγ. Νικόλαος, Κερπινή, Μουζάκι, Αντρίτσα, Κότσι ,Γαρδίκι  και τρία ακόμη αδιευκρίνιστα. (Πηγή  arcandians.gr «Δημογραφική Δομή του Λιονταριού / Καρύταινας μετά τη άλωση…..» )

Το δεύτερο γραπτό στοιχείο βρίσκεται στα αρχεία της Βενετίας και αναφέρεται στις επαναστατικές κινήσεις που υποκίνησε κατά το 1669 ο Βενετός στόλαρχος Μοροζίνι στα χωριά της περιοχής του βόρειου Ταϋγέτου. Την εποχή εκείνη, ενώ εμαίνετο ο Κρητικός πόλεμος μεταξύ Ενετών και Τούρκων, ο Μοροζίνι περνάει από τη Σίφνο, παίρνει μαζί του τον εκεί μονάζοντα έκπτωτο πατριάρχη Ιωαννίκιο και φτάνει στην Σίτσοβα Ταϋγέτου, όπου και συγκαλεί συμβούλιο, υποσχόμενος απελευθέρωση. Στέλνουν τότε δύο ιερείς με κύρος, τον παπά –Καλαμαρά και τον παπά- Καλό οι οποίοι περιέρχονται τα παραπάνω χωριά ενθουσιάζουν τους ευκολόπιστους κατοίκους που με προθυμία υπογράφουν τη συμμετοχή τους στον αγώνα. Τα χωριά ξεσηκώνονται, αρχίζουν οι συγκρούσεις με τους Τούρκους, αλλά ο Μοροζίνι, με τις πρώτες δυσκολίες φεύγει για την Κρήτη, εγκαταλείποντας τους κατοίκους στο έλεος του κατακτητή.

Στις απογραφές οικισμών που έγιναν κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας (1685-1715) αναφέρεται τόσο το Σουλάρι όσο και ο γειτονικός του οικισμός Κληματερό, που αργότερα συνενώθηκαν. Επί πλέον αναφέρεται και η πληθυσμιακή τους σύνθεση.


ΤΟ ΝΕΟΤΕΡΟ ΣΟΥΛΑΡΙ

Συγκρότηση.Το σημερινό χωριό αποτελέστηκε και από άλλους  μικροοικισμούς που βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή του και ιδιαίτερα στη ανατολική πλευρά του, που σταδιακά, μετακινήθηκαν δυτικά και συνενώθηκαν με τον κύριο οικισμό στη σημερινή του θέση. Τούτο επιβεβαιώνεται, τόσο από το παραπάνω έγγραφο των αρχείων της Βενετίας που ομιλεί για «τα χωριά του Σουλαρίου το κατιλικί» , όσο και από τα τοπωνύμια της περιοχής (Παλιοσουλάρι, Καλυβάκια, Χαλάσματα)αλλά και από τη τοπική παράδοση.  Η μετακίνηση φαίνεται ότι δεν είχε ολοκληρωθεί  κατά την Επανάσταση του 1821, αφού κάποιες οικογένειες φέρονται, ότι ήλθαν μετέπειτα. Πάντως, κατά τη μετεπαναστατική περίοδο, το χωριό είχε ενιαία εμφάνιση και  ενιαία εκπροσώπηση στις τότε συνελεύσεις της Επαρχίας Λεονταρίου.

      Το Κληματερό ήταν ένας άλλος οικισμός που αναφέρεται στα ενετικά αρχεία  και βρισκόταν  δυο περίπου χιλιόμετρα δυτικά του σημερινού χωριού, μεταξύ Σουλαρίου και Λεονταρίου. Φαίνεται ότι είχε αξιόλογη παρουσία, αφού αναφέρεται στις απογραφές των Ενετών με συγκεκριμένο αριθμό κατοίκων και με πέντε εκκλησίες. Η παρουσία του  αποδεικνύεται τόσο από τα απογραφικά στοιχεία,  όσο και από τα πρόσωπα που το  εκπροσωπούσαν  στις μετεπαναστατικές συνελεύσεις της επαρχίας Λεονταρίου, μέχρι το έτος 1853. Έκτοτε παύει να εμφανίζεται διότι είχε ολοκληρωθεί η συνένωση με το Σουλάρι, ενώ κάποιες  οικογένειες εγκαταστάθηκαν και στο Λεοντάρι.

Εκκλησίες και εξωκλήσια του χωριού

1. Η Εκκλησία του χωριού είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Αγίου Αθανασίου, πολιούχου και προστάτη του χωριού που τιμάται και εορτάζει την 18 Ιανουαρίου. Αναφέρεται στις απογραφές των ιερών ναών που έγιναν το 1696-1700 από τους Ενετούς, ως Εκκλησία του Σουλαρίου.

2. Αγίου Γεωργίου (νεκροταφείο).. Αναφέρεται και αυτή στις απογραφές των Ενετών.

3. Το εξωκλήσι Της Παναγίας (Γέννηση της Θεοτόκου ) που επίσης αναφέρεται στις ανωτέρω απογραφές ως Εκκλησία του Κληματερού.

4. Το εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία κοντά στο Κεφαλάρι που εορτάζεται πανηγυρικά την 20 Ιουλίου με σχετικές πολιτιστικές εκδηλώσεις.

5. Το εξωκλήσι των Αγίων Θεοδώρων, κοντά στο χωριό που είναι έργο της ευσέβειας των Βαρουταίων.


Αρχαιότητες στη περιοχή

1. Η μάχη στο Λεύκτρο (Λεοντάρι) και θάνατος του Λυδιάδα.

Το 227 π.Χ. ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης, εκστρατεύει κατά της Μεγαλοπολίτιδας και κυριεύει το Λεύκτρο, στο σημερινό Λεοντάρι. Οι Αχαιοί τότε, με στρατηγό τον ‘Αρατο, κινήθηκαν εναντίον του, και στη σύγκρουση που επακολούθησε κάτω από τα τείχη του Λεύκτρου, ο Κλεομένης νικήθηκε κατά το ένα μέρος του στρατού του και υποχώρησε. Ο Άρατος όμως εμπόδισε τούς Αχαιούς να περάσουν ανάμεσα από μία βαθειά χαράδρα και σταμάτησε την καταδίωξη του εχθρού. Ό Λυδιάδας όμως, ο αρχηγός των Μεγαλοπολιτών, αγανακτισμένος από τη στάση του Αράτου, εξακολούθησε την καταδίωξη των Σπαρτιατών μαζί με τους ιππείς του και πετυχαίνοντας τους εχθρούς σε μία τοποθεσία γεμάτη αμπέλια, τάφρους και τείχη, βρέθηκε σε δύσκολη κατάσταση, γιατί διασκορπίστηκαν οι δυνάμεις του. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή, ζήτησε τη βοήθεια του Αράτου ο οποίος είτε από ατολμία είτε από φθόνο προς το Λυδιάδα, αργοπόρησε με αποτέλεσμα να υποστούν πανωλεθρία οι Μεγαλοπολίτες και να φονευθεί ο γενναίος στρατηγός και συμπατριώτης τους Λυδιάδας «αγωνισάμενος τον κάλλιστον των αγώνων επί θύραις τηs πατρίδοςτου», όπως μας παραδίδει ο Πλούταρχος (Άρατος 37καιΚλεομένης 6).). Ο Κλεομένης ύστερα από συμφωνία παρέδωσε τα πτώματά τους στους Αχαιούς. Ακόμη θαύμασε τον ηρωισμό του Λυδιάδα και διέταξε να τον ενδύσουν με βασιλική πορφύρα, να τον στεφανώσουν με χρυσά στέφανα και έτσι με πομπή τον έστειλε και τον άφησαν έξω από τα τείχη της Μεγάλης Πόλεως. Οι συμπατριώτες του και οι Αχαιοί τίμησαν δεόντως το πανάξιο τέκνο τους και επειδή αντελήφθησαν τη σκόπιμη βραδύτητα της βοήθειας του Αράτου, του ζήτησαν να φύγει και να επιστρέψει στο Αίγιο. Αναμφισβήτητα οι περιγραφόμενες περιοχές είναι οι περιοχές Αμπελορέματος και Σιαμπορέματος, που βρίσκονται μεταξύ Λεονταρίου και Σουλαρίου και ιδιαίτερα η βαθειά χαράδρα του Σιαμπορέματος συνέχεια της οποίας υπήρχαν και οι αμπελώνες που αναφέρονται και ταυτίζονται με τη σημερινή ομώνυμη ονομασία της περιοχής Σουλαρίου. Στο επάνω μέρος του Σουλαρίου, άλλωστε, υπάρχει τοποθεσία «Βελονάς» που , κατά την παράδοση, οφείλεται σε κομμάτια από βέλη που βρίσκονταν εκεί κατά την καλλιέργεια των κτημάτων, στα παλαιότερα χρόνια, πιθανά κατάλοιπα της μάχης ή παρόμοιων συγκρούσεων.

2.-Παλιοδραμπάλα. Στους αρχαίους χρόνους, η περιοχή του Σουλαρίου υπαγόταν στη χώρα των Αιγυτών όπως και όλη η σημερινή Φαλαισία. Στα ημερινά όρια του Σουλαρίου, αρχαίος οικισμός εντοπίζεται στη θέση “Παλιοδμπάλα”, δύο περίπου χιλιόμετρα ανατολικά του σημερινού χωριού, στο λόγγο, αριστερά του επαρχιακού δρόμου προς τον Βουτσαρά, Την περιοχή διέσχιζε παλαιά αγροτικός δρόμος πλάτους δύο περίπου μέτρων που φαίνεται ότι ήταν ο αξιολογότερος δευτερεύων οδικός άξονας της Ανατολικής Φαλαισίας με διαχρονική χρήση που ερχόταν από τη Μεσσηνία και συνέχιζε προς του Λαδά το Χάνι όπου συναντούσε τη στρατηγική οδό Σπάρτης – Ευρώτα – Αλφειού. Από αρχαιολογικές έρευνες που έγιναν κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1980 από τον αρχαιολόγο Γιάννη Πίκουλα, σε έκταση 60 στρεμμάτων της τοθεσίας, όπως επί λέξει γράφει «βρέθηκαν θραύσματα κεραμίδων λακωνικού τύπου, μελαμβαφείς ή ερυθροβαφείς λίγα άβαφα όστρακα, λιγότερα μελαμβαφή και δύο εφυαλωμένα…. Εντύπωση προκαλούν τα πολυπληθή θραύσματα πίθων (γάστρες, χείλη, βάσεις), θραύσμα μικρού πίθου… δύο μεγάλα κομμάτια από καλύμματα πίθων με ιδιότυες λαβές.. . .με βάσει τα λιγοστά ευρήματα “, συνεχίζει ο Πίκουλας, “καταλήγω ότι, στην Παλιοδραμπάλα, υπήρχε αγροτική εγκατάσταση με κατ’ εξοχήν παρουσία στα ελληνιστικά χρόνια και μάλιστα τα όψιμα χρόνια …»(πηγή: Ι. Γ. Πίκουλας «Η Νότιος Μεγαλοπολίτικη Χώρα» σελ. 129.) Υποστηρίζεται και η άποψη ότι ο αρχαίος οικισμός της Παλιοδραμπάλας, ταυτίζεται με τις Αρχαίες Φαλαισίες (Νίκ. Καρύδης ΝΕΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ Φεβρ. 2011 κλπ.).

3. Άγιος Κωνσταντίνος: Το έτος 2009 κατά τη διάνοιξη της νέας εθνικής οδού Λεύκτρου- Σπάρτης και στη θέση « Άγιος Κωνσταντίνος» Σουλαρίου, δυτικά του Σιαμπορέματος, «εντοπίσθηκαν αρχαία οικοδομικά λείψανα που χρονολογούνται από τα τέλη του 6ου έως το τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ, αλλά και νεκροταφείο βυζαντινών χρόνων», όπως διαπίστωσε η Εφορεία Αρχαιοτήτων Αρκαδίας. Τα ευρήματα αυτά αποδεικνύουν την παρουσία εκεί συνοικισμού με νεκροταφείο που ανήκαν στον παραπλήσιο οικισμό του Κληματερού, όπως το θέλει και η ντόπια παράδοση. (Πηγή;Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού-Το ανασκαφικό έργο των Εφορειών Αρχαιοτήτων 2000-2010, σελ.127 εκδ. 2012)

4. Αμπελόστρατα. Ακόμη αρχαίοι κίονες με τεμάχια αγγείων (κλπ. όστρακα) υπάρχουν και στην περιοχή των αμπελιών, στο δρόμο προς το ποτάμι ( Αμπελόστρατα), χωρίς να έχει ερευνηθεί η περιοχή.


ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ-ΓΡΑΦΙΚΟΤΗΤΕΣ

Κουτουφαρίνα – Κεφαλάρι. Η βορειοανατολική περιοχή του Σουλαρίου, διαρρέεται από το ποτάμι της Κουτουφαρίνας που στην αρχαιότητα λεγόταν Θειούς – Θειούντας και ήταν ανέκαθεν ο κύριος υδατοσυλλέκτης των της Ανατολικής Φαλαισίας, ενώ παράλληλα τροφοδοτείται ολοχρονίς από τις πηγές της Κολοκύθας και του Κεφαλόβρυσου που ξεσπάνε στα βορειοανατολικά όρια του χωριού και χρονολογούνται από την αρχαιότητα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στο σχηματισμό του ποταμού.

Εξέχουσα γραφικότητα αποτελεί το υδατοβριθές τμήμα του ποταμού από την Κολοκύθα μέχρι τις κεντρικές πηγές του Κεφαλαριού. Οι βραχώδεις πλευρές της χαράδρας που διασχίζει την περιοχή και καταλήγει στις κεντρικές πηγές, βρέχονται από τα αναβλύζοντα νερά και συνθέτουν μια πλούσια βλάστηση, ενώ ένας μαγικός κόσμος γεμάτος θρύλους ξετυλίγεται γύρω σου, απαρτίζοντας ένα αποκλειστικό οικοσύστημα, μία ξεχωριστή βιοκοινωνία και έναν δικό τους θαυμαστό ζωικό και φυτικό κόσμο. Τα γηραιά πλατάνια με τα γύρω δασάκια και η βλάστηση που τον περιβάλλει, σε συνδυασμό με το κελάρυσμα των υδάτων, το θρόισμα των δέντρων και το κελάηδημα των πουλιών, των εντόμων, των βατράχων και των λοιπών ζωικών ειδών, συνθέτουν μία εξέχουσα γραφικότητα που μαγεύει τον επισκέπτη και του θυμίζει τον παραδείσιο κόσμο της αιώνιας εφηβείας.

Στα βράχια που σχηματίζονται εκατέρωθεν του ποταμιού και Ιδιαίτερα πίσω από τα Διχάλια, σε ένα τοπίο σπάνιας ομορφιάς αλλά και αγριότητας, διακρίνει κανείς ακόμη τις καπνισμένες “τρούπες”, τις μικρές δηλ. σπηλιές όπου λημέριαζαν σι κλέφτες των άλλων εποχών. Εκεί συγκέντρωναν και έψηναν τα κλοπιμαία και τα απολάμβαναν τις νυκτερινές ώρες γλεντοκοπώντας.

Η περιοχή του Κεφαλαριού αλλά και όλη η έκταση του ποταμιού από την Κολοκύθα μέχρι τον παλαιό νερόμυλο του Κατριβάνου, βρίσκεται στα όρια της κοινότητας και αποτελεί πολύτιμη κληρονομιά, αλλά και ότι ωραιότερο έχει να επιδείξει το χωριό στους επισκέπτες του. Οι περιοχές του ποταμιού, αποτελούσαν ανέκαθεν αιώνια πηγή ζωής και έχουν συνδεθεί στενά με την οικονομική και κοινωνική ζωή των κατοίκων. Τα παλαιότερα χρόνια έσφυζαν από ζωή και κίνηση. Εκεί γίνονταν σι εκδρομές των σχολείων και οι επισκέψεις των ξένων τις ημέρες του καλοκαιριού για να δροσιστούν και να απολαύσουν το ψωμοτύρι με τις ντομάτες και τα φρούτα στα παγωμένα και γάργαρα νερά της πηγής. Εκεί οι τσοπάνηδες ροβόλαγαν για πότισμα τα κοπάδια τους κατά τις μεσημβρινές και απογευματινές ώρες, εκεί δροσίζονταν και οι ίδιοι, απολαμβάνοντας και το μεσημβρινό τους ύπνο. Εκεί ξεμεσημέριαζαν και τα παιδιά, είτε κολυμπώντας στη δέση και στις βαθιές γούρνες που σχημάτιζαν οι θερινές φουρτούνες, είτε μαζεύοντας καβούρια ή κυνηγώντας νερόφιδα είτε ακόμη φλομώνοντας τις μικρές λούμπες ψαρεύοντας ποταμόψαρα.


ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Οι γιορτές, τα πανηγύρια και τα άλλα έθιμα , αποτελούν σταθμούς στη ζωή του ανθρώπου και χωρίς αυτά η ζωή θα ήταν μια αδιάκοπη πορεία χωρίς ανάσα και σταθμό. Πολιτιστικές εκδηλώσεις οργανώνονταν από τους αρχαίους χρόνους, με άλλη όμως μορφή, που με την πάροδο του χρόνου εξελίσσονταν. Τα παλαιότερα χρόνια που τα χωριά έσφυζαν από ζωή και κίνηση, οι εορτές ήταν συχνότερες και έπαιρναν, συνήθως, πάνδημο χαρακτήρα.. Σήμερα τα πάντα έχουν αλλάξει.

Τα έθιμα του γάμου με τα συμπεθεριά καβάλα στα άλογα να φέρουν τη νύφη από το διπλανό χωριό, δεν τα βλέπεις πλέον και δεν ακούς «να αντιλαλεί το νυφικό τραγούδι πέρα ως πέρα»,κατά τον ποιητή.

Οι κραυγές από τη θυσία των χοιρινών που αντιβούιζαν σε όλο το χωριό την επόμενη των Χριστουγέννων, δεν ακούγονται τώρα.

Τα έθιμα των Αποκριών με τις μεταμφιέσεις, τις μπαρμπούτες, τις αμάδες με τα πίτσια, τις βραδινές φωτιές στις γειτονιές, το πήδημα της φωτιάς και τους χορούς τριγύρω, δεν τα συναντάς πλέον.

Τα μόνα που διατηρούνται είναι τα πασχαλινά έθιμα και οι εκδηλώσεις που οργανώνονται στο Πανηγύρι του Προφήτη Ηλία στις 20 Ιουλίου. Τότε το χωριό ξαναζωντανεύει χάρις στις παρουσία του Συλλόγου και τη συνεργασία του με το Τοπικό Συμβούλιο για την οργάνωσή τους.

Έτσι το Πάσχα ξαναγεμίζει η Εκκλησία από κόσμο και όλοι με τις λαμπάδες ψάλλουν το Χριστός Ανέστη και ανταλλάσσουν το φιλί της Αγάπης, ενώ ο πασχαλινός οβελίας με τη μουσική και τους χορούς, προσπαθούν να ζωντανεύουν παλαιές δόξες του χωριού.

Οι εκδηλώσεις του πανηγυριού είναι τριήμερες και αρχίζουν από την παραμονή το απόγευμα στην πλατεία του χωριού με σουβλάκια, μπύρες και άλλα αναψυκτικά, αλλά και μουσική με χορούς. Την επόμενη ημέρα της εορτής όλοι μεταβαίνουν στο Εκκλησάκι του Προφήτη που βρίσκεται κοντά στο Κεφαλάρι, παρακολουθούν τη Θεία Λειτουργία και στη συνέχεια κατεβαίνουν στο Κεφαλάρι και, υπό τους ήχους μουσικής, γευματίζουν όλοι μαζί με γίδα βραστή, που είναι συνήθως προσφορά κάποιων ή του Συλλόγου που ετοιμάζεται από την παραμονή. Οι εκδηλώσεις κορυφώνονται το βράδυ στο προαύλιο της Εκκλησίας με ψητό γουρνόπουλο, ζωντανή μουσική, χορούς και τραγούδια και με επισκέψεις επισήμων και συμμετοχή κατοίκων από τα γειτονικά χωριά.

Βασικές πηγές- βοηθήματα:

1. Αθανάσιος Ηλ. Τζώρτζης Σουλάρι Αρκαδίας έκδοση 2004 2.

Του ιδίου Η Μεγαλοπολίτιδα υπό έκδοση.

από το sportcaster24.blogspot.com

Facebook Comments

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here