Μητροπολίτης Ιερεμίας: Βάση για την λεγόμενη “Ενότητα των Εκκλησιών”

0
155

1. Ἀγαπητοί ἀδελφοί χριστιανοί τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως, συνεχίζουμε τά ἐκκλησιολογικά κηρύγματά μας. Στό τέλος τοῦ προηγουμένου κηρύγματός μας εἴπαμε ὅτι τήν πορεία μας πρός τούς ἑτεροδόξους γιά διάλογο τήν ἐκμεταλλεύονται οἱ ἑτερόδοξοι γιά δικό τους ὤφελος, γιατί τήν ἤθελαν αὐτήν τήν εὐκαιρία νά μιλήσουν μαζί μας, μήπως καί αὐτοί πείσουν κάποιον δικό μας νά προσεγγίσει καί νά ἔλθει στήν πλευρά τους. Τέλος πάντων! Ἐμεῖς πρέπει νά βλέπουμε τήν ἀγαθή πλευρά τοῦ θέματος καί δέν θά παύσουμε τόν διάλογό μας μέ αὐτούς, μέ ἀγάπη καί καλό τρόπο, ὅπως εἴπαμε σέ προηγούμενα κηρύγματα.

2. Ἀλλά τώρα θέλω νά σᾶς πῶ πάνω σέ ποιά βάση μποροῦμε νά στηρίξουμε τήν ἑνότητά μας μέ ὅλα τά ἀντορθόδοξα κινήματα. Θά σᾶς πῶ ἕνα περίεργο λόγο, ὁ ὁποῖος καί μένα πραγματικά ἐξένισε, ἀπό ἄγνοιά μου βέβαια. Ὁ ἅγιος Πορφύριος, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε πατερικά τό θέμα, μέ τόν φωτισμένο νοῦ του, μᾶς λέγει ὅτι στά ἱερά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων ὑπάρχει ἡ διάσπαρτη ἰδέα ὅτι ἡ ἕνωση αὐτή ἐδῶ στήν γῆ μπορεῖ νά γίνει «ἀβίαστα, χωρίς προσπάθεια, χωρίς ἄλλα μέσα· μποροῦμε νά ἑνωθοῦμε ἐδῶ, στήν ἀλήθεια, μέ τήν μυστική ζωή, μέ ἔρωτα θεῖο» (Μαθητεύοντας, σσ. 268-269). Ἀλλά νομίζω ὅτι στόν φωτισμένο αὐτό λόγο του ὁ ἅγιος Πατήρ ὡς ἕνωση ἐννοεῖ τήν ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι τό βλέπουμε καί ἐμεῖς πόσο εἴμαστε χωρισμένοι. Ἔπειτα, γιά μᾶς ἡ Ἐκκλησία ἐκφράζεται μέ τήν Θεία Λειτουργία, στήν ὁποία κοινωνοῦμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Καί ἀφοῦ αὐτοί πιστεύουν ἄλλα δόγματα, ἄρα δέν μποροῦμε νά ἔχουμε κοινό Ποτήριο μαζί τους καί δέν ἔχουμε λοιπόν ἐκκλησιαστική ἑνότητα μεταξύ μας. Ἀλλά γράφει τελικά ὁ ἅγιος Πατήρ, ὅτι τό ποθητό αὐτό αἴτημα δέν θά μποροῦμε νά τό δοῦμε πραγματοποιημένο πρό τῆς Δευτέρας Παρουσίας (Ἀνθολόγιο, σ. 200). Σ᾽ αὐτό συναντᾶται ὁ ἱερός Πατήρ καί μέ ἄλλους ἁγίους, οἱ ὁποῖοι λέγουν τό ἴδιο καί στό χῶρο τῆς Μυστικῆς Θεολογίας καί στόν χῶρο τῆς βιωματικῆς ζωῆς.

3. Ἀλλά ἐλησμόνησα νά θέσω ἁπλῶς ἕνα ἐρώτημα: Τί θά γίνει μέ τά τόσα ἑκατομμύρια τῶν ἀνθρώπων, πού ἔχουν ἄλλη πίστη καί εἶναι ἀβάπτιστοι καί ἀκοινώνητοι; Σ᾽ αὐτό, χριστιανοί μου, δέν μπορῶ νά σᾶς ἀπαντήσω. Εἶναι θέμα τῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ αὐτό. Ἔχει ὁ Θεός τόν τρόπο του, μέ τόν ὁποῖο θά τούς κρίνει, ἴσως μέ τόν νόμο τῆς ἀγάπης στήν ζωή τους. Ἐμεῖς πάντως χρέος ἔχουμε νά προσευχόμεθα καί γι᾽ αὐτούς καί νά τούς δίνουμε καλό μάθημα μέ τήν μεταξύ μας δική μας ἀγάπη.

4. Τέλος, θέλω νά γράψω γιά τήν λεγομένη «θεωρία τῶν κλάδων», τήν ὁποία προτείνουν οἱ ἑτερόδοξοι ὡς βάση γιά τήν ἑνότητά μας μέ αὐτούς. Σᾶς λέγω δέ, ὅτι ἡ θεωρία αὐτή, ἄν καί ἀνόητη, «ἔπιασε» σέ πολλούς. Ὄχι σέ ὀρθοδόξους βέβαια, ἀλλά σέ αὐτούς τούς ἰδίους, τούς Προτεστάντες, πού τήν κατασκεύσαν. Κατά τήν θεωρία αὐτή ἡ θεία Ἀποκάλυψη κατῆλθε ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ὡς ἕνα δένδρο μέ πολλούς κλάδους, τήν ὁποία εἴχαμε πρῶτα καί ἀποτελούσαμε μία ἑνωμένη Ἐκκλησία. Οἱ κλάδοι αὐτοί, λέγουν, ἀποκόπηκαν ἔπειτα, ἀλλά ὁ καθένας περιέχει ἕνα μέρος τῆς ἀληθείας. Ἄν ἑνωθοῦν λοιπόν ὅλοι αὐτοί οἱ κλάδοι, θά ἀποτελέσουμε πάλι τήν ἑνωμένη Ἐκκλησία, ὅπως ἦταν στήν ἀρχή. Καί ἔτσι θά ἔλθει ἡ ἐκκλησιαστική ἑνότητά μας. Δηλαδή, ἡ «θεωρία τῶν κλάδων» συνιστᾶ μέ ἄμεσο τρόπο τήν ἕνωση ὅλων τῶν ἑτεροδόξων καί τῆς δικῆς μας βέβαια Ἐκκλησίας γιά τήν ἕνωση. Νά γίνει ἕνα «ἀνακάτωμα» τῶν δογμάτων καί σ᾽ αὐτό τό «ἀνακάτωμα», πού θά μᾶς παρουσιάσει ἡ θεωρία τῶν κλάδων, ὁ καθένας θά ἔχει σ᾽ αὐτό τό δικό του δόγμα καί θρήσκευμα, ἀλλά θά εἴμαστε ἑνωμένοι. Αὐτό εἶναι ὁ «οἰκουμενισμός», ἤ «παναίρεση». Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοί, γιά νά κλείσουμε τό θέμα, λέγει σαφῶς ὅτι ἡ ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν θά γίνει μέ τόν διάλογό μας βέβαια μέ τούς αἱρετικούς καί μέ καλό τρόπο, ἀλλά μέ βάση τά ὀρθόδοξα δόγματα τῆς ἀμωμήτου πίστης μας.

† Μέ πολλές εὐχές,
Ὁ Γόρτυνος & Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας

Μία βάση γιά νά νοήσουμε κάπως τό κτιστον τς κκλησίας

(Ἀπό τήν διατριβή τοῦ μνημονευθέντος ὡραιοτάτου βιβλίου τοῦ κ. Κωνσταν. Νούση ἐπί τῶν λόγων τοῦ ἁγίου Πορφυρίου)

«Ἡ χριστοποίηση τῶν ἐλλόγων ὄντων ἐν Ἐκκλησίᾳ τά καθιστᾶ κατά Χάριν θεούς, χωρίς ὡστόσο νά ἀποβάλλουν τήν κτιστή τους φύση. Σύμφωνα ἐξάλλου καί μέ τήν ἀσύγχυτη καί ἀδιαίρετη ἕνωση τῶν δύο φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Λόγου κατά τό χαλκηδόνιο δόγμα. Ἡ αἴσθηση, παρά ταῦτα, πού κυριαρχεῖ εἶναι ἡ βιωματική “ὑπεροχή” τοῦ ἀκτίστου, μέσα στό ὁποῖο συγκιρνᾶται ἀσυγχύτως ἡ κτιστότητα καί μεταμορφούμενη θεουργεῖται. Αὐτήν τήν κατάσταση πού βίωνε ὁ Καυσοκαλυβίτης ἅγιος Πορφύριος, τῆς αἰσθητῆς εἰσόδου του στήν Ἐκκλησία, τῆς πλήρους δηλαδή κοινωνίας μέ τήν ἄκτιστη Τριάδα, τήν αἰώνια Ἐκκλησία, προφανῶς τήν ἐξέφραζε θεολογικά καί μέ τήν ρητή του διαβεβαίωση ὅτι “ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἄκτιστη”.

Κλείνοντας τήν παρούσα ὑποενότητα, ἄς ἀφήσουμε τόν Ἅγιο νά ὁρίσει περιεκτικά ὁ ἴδιος γιά μιά ἀκόμα φορά τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας: “ὅλοι νά εἴμαστε ἑνωμένοι μέσα στήν Ἐκκλησία. Μά ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἄκτιστη. Ὅλοι ἑνούμεθα ἐκεῖ μεταξύ μας καί μέ ὅλους τούς ἁγίους. Ἑνωμένοι καί ὁ Υἱός μέ τόν Πατέρα καί τό Πνεῦμα, ἡ Παναγία Τριάδα, κι ἐμεῖς μαζί Της. Αὐτή εἶναι ἡ Ἐκκλησία”».1

1. Μαθητεύοντας, σ. 225.

Facebook Comments

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here