Η πρώτη μάχη της επανάστασης του 1821 στα στενά του Αγίου Αθανασίου της Καρύταινας

0
442

Βρισκόμαστε εδώ στην Kαρύταινα, στα λημέρια της Kλεφτουριάς του 1821.

Στο Στρατηγείο του Κολοκοτρώνη, που εδώ έκανε τα σχέδια για την Επανάσταση και από δω έστελνε τις διαταγές του:

 Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους, σε εκείνους που δεν θέλανε να πάρουνε τα άρματα.

Εδώ είχε υποχρεώσει τις γυναίκες να ζυμώνουν συνέχεια ψωμί για τα παλικάρια.

Αυτός επισκεύασε το Κάστρο, το οχύρωσε με κανόνια και δεν τόλμησε να πλησιάσει ο Μπραΐμης στην Καρύταινα. Το κάστρο ήτανε η ασφάλεια της Πελοποννήσου.

 Εδώ ο θρυλικός Γέρος του Μωριά, είχε το σπίτι του και έμενε τα τελευταία χρόνια. Και σαν  ανεβαίνεις στο Κάστρο ,ακούς και σήμερα τη φωνή του να  αντιβοά στα βράχια: «Εγώ η φαμίλια μου, τα’άρματά μου, όλα τα ‘δωσα για την Πατρίδα», αυτός ο αγαπημένος αρχηγός  της Καρύταινας, της Ελλάδας.

  Η Καρύταινα, το Τολέδο της Ελλάδας, όπως την αποκαλεί ο Νίκος Καζαντζάκης, πρόσφερε για τον αγώνα του ’21, πέρα από το ανθρώπινο δυναμικό, και 48.000 σφαχτά, μαζί με την ευρύτερη περιφέρεια.

 Η  Ελληνική Πολιτεία, αναγνωρίζοντας την προσφορά τούτου του τόπου, κυκλοφόρησε, στη δεκαετία του 1980, ένα από τα μεγαλύτερα χαρτονομίσματα, το Πεντοχίλιαρο, αφιερωμένο στην Καρύταινα και στον Κολοκοτρώνη, με το Κάστρο και τη Βυζαντινή γέφυρα.

 Όπως είναι γνωστό,  η επανάσταση ξεκίνησε στις 23 του Μάρτη από την Καλαμάτα την οποία κατέλαβαν οι Μανιάτες με τον Κολοκοτρώνη αμαχητί, χωρίς ντουφεκιά.

 Η πρώτη όμως μάχη της Επανάστασης του 1821, που έγινε μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, έγινε στις 27 του Μάρτη, εδώ στα στενά τ’Αγιαθανάση στην περιοχή της Καρύταινας και των χωριών Κοτυλίου και Κουρουνιού.

 Και η μάχη αυτή, ήτανε εκ του συστάδην, σώμα με σώμα, στα χέρια.

 Ύστερα από την κατάληψη της Καλαμάτας ο Μωριάς είχε ξεσηκωθεί και περίμεναν το σύνθημα.

 Στις 21 του Μάρτη, στη θέση Βλάχικα Καλύβια, οι Στεμνιτσιώτες, συλλαμβάνουν τέσσερις Τούρκους, που πηγαίνανε στην Τρίπολη, και τους σκοτώνουν.

 Όλα αυτά τα γεγονότα τα μαθαίνανε οι Τούρκοι και ο φόβος τους μεγάλωνε.

Ο Καϊμακάμης της Τριπολιτσάς, κάλεσε όλους τους προύχοντες της Πελοποννήσου, να πάνε στην Τρίπολη, για συνεννόηση τάχα, με σκοπό να αποκεφαλίσει την Επανάσταση Πολλοί το κατάλαβαν και δεν πήγαν.

Η είδηση, έφτασε και στο Φανάρι της Ανδρίτσαινας, που ήταν το ορμητήριο των Τούρκων της Ολυμπίας. Μάθανε ακόμη και τα γεγονότα των Καλαβρύτων κατά του Βοεβόδα και αποφάσισαν να λάβουν τα μέτρα τους.

Κάλεσαν στο φανάρι τους προύχοντες της Ανδρίτσαινας, με σκοπό να τους σκοτώσουν και να σταματήσουν κάθε κίνηση για επανάσταση.

Ο Ιντζαγάς όμως, τους συγκράτησε ύστερα από τη διαβεβαίωσή τους, ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούν για την επανάσταση των ραγιάδων και ότι, αν θέλουν, μπορούν να φύγουν για την Τρίπολη με τις οικογένειές τους και τα υπάρχοντά τους, χωρίς να τους πειράξει κανείς και τους άφησε ελεύθερους.

 Στη συνέχεια έδωσε εντολή να μαζέψουν όλα τα ζώα της Ολυμπίας, κάπου 3.000, από τα οποία τα 250  Ανδριτσάνικα.

Στο Φανάρι, ήταν 8 με 10 χιλιάδες Τούρκοι, από τους οποίους 2.000 οπλισμένοι εμπειροπόλεμοι.

Αφού μάζεψαν τα υπάρχοντά τους, στις 25 του Μάρτη ήταν έτοιμοι με τις φαμίλιες τους να ξεκινήσουν για την Τρίπολη.

Στις 26 του Μάρτη ξεκίνησαν. Από την Ανδρίτσαινα πέρασαν ανενόχλητοι. Στην Ανδρίτσαινα υπήρχαν ελάχιστοι οπλισμένοι.

Φθάσανε στη Σουλτίνα∙ Μία τοποθεσία ανάμεσα στην Ανδρίτσαινα και στα Στενά τ’Αγιαθανάση. Εκεί σταμάτησαν να ανασυνταχθούν και να διανυκτερεύσουν.

Από εκεί, στείλανε Ταχυδρόμο στην Καρύταινα, με σημείωμα προς τους εκεί Τούρκους, ότι αύριο περνάνε να είναι έτοιμοι να φύγουν μαζί για την Τρίπολη.

Ο Κολοκοτρώνης, είχε οργανώσει τις υπηρεσίες πληροφοριών και στο Γεφύρι της Καρύταινας, ο Βασίλης Μπούτουνας, από τις Καρυές, συλλαμβάνει τον Ταχυδρόμο, τον σκοτώνει,  του παίρνει  το σημείωμα και ειδοποιεί αμέσως τον Κολοκοτρώνη που ήτανε έξω από τη Μεγαλόπολη, στου Δεδέμπεη.

Σε λίγες ώρες, έφτασε στα Στενά τ’Αγιαθανάση με τα παλικάρια του υπολογίζοντας ότι οι Τούρκοι θα περάσουνε την ίδια μέρα. Ταμπουρώθηκε στη Σπηλιά του Χρόνη και περίμενε.

Την ίδια ημέρα, έφτασαν στα Στενά, o Ηλίας Mαυρομιχάλης με 200 Μανιάτες,            ο Κανέλλος Δεληγιάννης με 200, καθώς και άλλοι Γορτύνιοι με τον Πλαπούτα και άλλους.

Τα χαράματα της 27ης Μαρτίου, ξεκίνησαν οι Τούρκοι με τις φαμελιές τους, τα πράγματά τους και όλη την ακολουθία τους.

Ο Φωτάκος, υπολογίζει ότι ήτανε 10-12 χιλιάδες, ενώ ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ανεβάζει τον αριθμό σε 8 χιλιάδες ψυχές και 2 χιλιάδες οπλισμένοι εμπειροπόλεμοι.

Όταν ο κύριος όγκος των Τούρκων παγιδεύτηκε στα Στενά, ο Κολοκοτρώνης έδωσε εντολή να χτυπήσουν.

Κι άρχισαν να χτυπούν με τα καρυοφίλια, με πέτρες με ξύλα. Άλλοι κυλάγανε βράχους. Η μάχη έγινε σώμα με σώμα, στα χέρια.

Το τι έγινε μέσα στον πανικό και τη σύγχυση, δεν περιγράφεται. Πολλοί βρήκαν το θάνατο. Κι ο πόλεμος διαρκούσε.

Βλέποντας ότι είναι αδύνατο να προχωρήσουν, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν πίσω για το Φανάρι.

Στα Ρόβια, είχαν ταμπουρωθεί οι Ολύμπιοι, με τον Τζανέτο Χριστόπουλο και τους άλλους, και παρότι είχαν λίγους οπλισμένους, χτύπησαν τους Τούρκους, αλλά όχι μόνο δεν τους άφησαν να γυρίσουν στο Φανάρι αλλά τους ανάγκασαν να πάνε πάλι στα Στενά, ακολουθώντας τους από πίσω.

Και αυτό έγινε ύστερα από συνεννόηση με τον Κολοκοτρώνη από την προηγούμενη μέρα. Και τότε κατάλαβαν οι Τούρκοι την κοροϊδία των Ανδριτσάνων.

Η μάχη στα Στενά συνεχίστηκε και κράτησε κάπου 6 ώρες.
Στο τέλος τελείωσαν τα πολεμοφόδια στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη που αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να καταλάβει με τα παλικάρια του τη Γέφυρα της Καρύταινας από όπου θα περνούσαν και προκάλεσε καινούρια αναστάτωση στους Τούρκους και υποχώρησαν προς το καμμένο Τζαμί, αλλά και πάλι χτυπήθηκαν από τους Ολύμπιους με τον Τζανέτο Χριστόπουλο.

Έτσι, αναγκάστηκαν να περάσουν από τον Αλφειό, στη θέση Χαλούλαγα. Αλλά το ποτάμι ήτανε φουρτουνιασμένο και το πέρασμα επικίνδυνο. Όρμησαν να περάσουν. Το τι έγινε δεν μπορεί να γραφτεί με λόγια! Παρασύρθηκαν από το ποτάμι γέροι, παιδιά, γυναίκες και πνίγηκαν, κάπου 500 αναφέρουν οι ιστορικοί έχασαν τη ζωή τους.

Οι υπόλοιποι, τραυματισμένοι, ταλαιπωρημένοι, βοηθούμενοι από τους Τούρκους της Καρύταινας που βγήκαν από το Κάστρο, ανέβηκαν και κλείστηκαν στο Κάστρο της Καρύταινας, από φόβο των Ελλήνων που τους ακολουθούσαν.

Η κατάστασή τους, ήταν τραγική. Βρέθηκαν χωρίς νερό και τροφή.

Στην Καρύταινα, μαζεύτηκαν κάπου 6.000 άνθρωποι, και φέρανε κρασί και τροφές για να γιορτάσουνε τη νίκη. Εκεί ήτανε, ο Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας, ο Τζανέτης Χριστόπουλος, ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Πλαπούτας, ο Ευμορφόπης, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης και πολλοί άλλοι.

Ο Κολοκοτρώνης, σε μία στιγμή είπε σε όλους, τίποτα δεν τελείωσε, καλά είναι τα πανηγύρια, εκείνο που πρέπει να γίνει είναι να πάμε να καταλάβουμε την Τριπολιτσά, εκεί που είναι το ορμητήριο της Τουρκιάς.

Σε λίγο έφτασε Τουρκική δύναμη από την Τρίπολη και τους διέλυσε. Όλοι σκορπίστηκαν και ο Κολοκοτρώνης έμεινε μόνος με το άλογό του τον Κεχαγιά.

Η μάχη των Στενών τ’Αγιαθανάση στις 27 του Μάρτη 1821, όπως είπαμε, ήτανε η πρώτη μάχη της Επανάστασης του ’21, που έγινε εκ του συστάδην, στα χέρια, σώμα με σώμα, και είχε μεγάλη σημασία, γιατί ζέστανε τα Ελληνικά όπλα και οι Έλληνες μάθανε να πολεμούν.

Αυτούς τους ήρωες  η Πατρίδα, 180 χρόνια τους είχε ξεχασμένους, εδώ στα Στενά. Στη δεκαετία του 1961 η Kοινότητα της Kαρύταινας, σε συνεργασία με τις κοινότητες Κοτυλίου και Κουρανιού, έκανε μία προσπάθεια να στήσει κάποιο μνημείο εδώ για τους ήρωες των Στενών, είχαν γίνει και κάποιες εορταστικές εκδηλώσεις. Όμως δεν έγινε τίποτα.

Αργότερα, έγιναν και κάποιες άλλες προσπάθειες, χωρίς αποτέλεσμα.

«Ένας λαός, δεν χαρακτηρίζεται τόσο από τους μεγάλους άντρες του, όσο από τον τρόπο που τους αναγνωρίζει και τους τιμά», λέει ο Νίτσε.

Το 1998, ο Δήμος Γορτυνίας, με έδρα την Καρύταινα, έστησε το μνημείο τούτο, εδώ στα Στενά, στον τόπο της θυσίας, με τα γραφόμενα που προτείναμε, προς τιμή όλων των αγωνιστών, επώνυμων και ανώνυμων, ακόμα και της ανώνυμης γυναίκας της Ξεροκαρύταινας (υπήρχε εδώ οικισμός) που κουβάλαγε νερό για τα παλικάρια.

Σε αυτούς τους μαχητές στον αγώνα του 1821, χρωστάμε την Ελευθερία μας. Η ευγνωμοσύνη μας, ο θαυμασμός μας τους ανήκει. Αυτοί μας καθοδηγούν στην πορεία μας.

Και όπως λέει ο Μεγάλος μας Στοχαστής, Νίκος Καζαντζάκης, στην Ασκητική του:

«Οι νεκροί σου, δεν κείτονται στο χώμα, γενήκαν αέρας, πουλιά, δέντρα, κάθεσαι στον ίσκιο τους, αναπνέεις το χνώτο τους, σε καθοδηγούν σε κάθε βήμα της ζωής σου»

Γιάννης Αντωνόπουλος,

Αθήνα,25 Ιανουαρίου 2021.

Facebook Comments

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here